Καρλ Μαρξ: Η μέθοδος του Κεφαλαίου

Από τον επίλογο στη δεύτερη γερμανική έκδοση του Α’ τόμου του «Κεφαλαίου»

Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στο «Κεφάλαιο» κατανοήθηκε λίγο, όπως το αποδείχνουν οι αντιφατικές γι’ αυτήν εκτιμήσεις.

Έτσι η «Revue Positiviste» του Παρισιού με κατηγορεί από τη μια ότι πραγματεύομαι μεταφυσικά την πολιτική οικονομία και από την άλλη – μαντέψτε το! – ότι περιορίζομαι μονάχα σε μια κριτική ανάλυση του δοσμένου, αντί να γράφω συνταγές (όπως ο Κοντ;) για το μαγειρείο του μέλλοντος. Ενάντια στην κατηγορία της μεταφυσικής ο καθηγητής Ζίμπερ παρατηρεί: «Εφόσον πρόκειται για την καθαυτό θεωρία, η μέθοδος του Μαρξ είναι η απαγωγική μέθοδος όλης της αγγλικής σχολής, που οι ελλείψεις και τα πλεονεκτήματά της είναι κοινά και στους καλύτερους θεωρητικούς οικονομολόγους». Ο κύριος Μ. Μπλοκ – «Οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού στη Γερμανία», από τη «Journal Economistes», Ιούλης και Αύγουστος 1872» – ανακαλύπτει ότι η μέθοδός μου είναι αναλυτική, και λέει ανάμεσα στ’ άλλα: «Με το έργο αυτό ο κ. Μαρξ κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο διακεκριμένα αναλυτικά μυαλά». Οι Γερμανοί επικριτές φωνάζουν φυσικά για χεγκελιανή σοφιστική.

Το περιοδικό «Ευρωπαϊκός Αγγελιοφόρος» που βγαίνει στην Πετρούπολη, σ’ ένα άρθρο που πραγματεύεται αποκλειστικά τη μέθοδο του «Κεφαλαίου» (στο φύλλο του Μάη 1872, σελ. 427-436), βρίσκει τη μέθοδο έρευνάς μου ότι είναι αυστηρά ρεαλιστική, ενώ τη μέθοδο έκθεσης τη βρίσκει δυστυχώς γερμανική – διαλεχτική. Λέει: «Με την πρώτη ματιά, αν κρίνει κανείς από την εξωτερική μορφή της έκθεσης, ο Μαρξ είναι ο μέγιστος ιδεαλιστής φιλόσοφος και μάλιστα με τη γερμανική, δηλ. με την κακή έννοια της λέξης. Στην πραγματικότητα όμως είναι σε άπειρο βαθμό πιο ρεαλιστής από όλους τους προδρόμους του στο ζήτημα της οικονομικής κριτικής… Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να τον θεωρείτε ιδεαλιστή». Δεν μπορώ να απαντήσω στον κύριο συντάχτη καλύτερα, παρά με μερικά αποσπάσματα από τη δική του την κριτική, που άλλωστε μπορεί να ενδιαφέρουν μερικούς από τους αναγνώστες μου, στους οποίους δεν είναι προσιτό το ρούσικο πρωτότυπο.

Ύστερα από μια περικοπή από τον πρόλογό μου στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», Βερολίνο 1859, σελ. IV-VII, όπου έχω εκθέσει την υλιστική βάση της μεθόδου μου, ο κύριος συντάχτης συνεχίζει:

«Για το Μαρξ ένα πράγμα είναι σημαντικό: να βρει το νόμο των φαινομένων που ασχολείται με την έρευνά τους. Και μάλιστα γι’ αυτόν δεν είναι σημαντικός μόνο ο νόμος που τα κυριαρχεί, εφόσον έχουν μια ορισμένη μορφή και εφόσον βρίσκονται σε μια συνάφεια, που παρατηρείται σε μια δοσμένη περίοδο. Γι’ αυτόν είναι σημαντικός, πριν απ’ όλα ο νόμος της αλλαγής τους, της εξέλιξής τους, δηλ. το πέρασμα από τη μια μορφή στην άλλη, από μια κατάσταση συνάφειας σε μιαν άλλη. Όταν έχει πια ανακαλύψει αυτό το νόμο, εξετάζει λεπτομερειακά τις συνέπειες, με τις οποίες φανερώνεται στην κοινωνική ζωή… Σύμφωνα μ’ αυτό ο Μαρξ φροντίζει μονάχα για ένα πράγμα: ν’ αποδείξει με ακριβή επιστημονική εξέταση την αναγκαιότητα ορισμένων καθεστώτων κοινωνικών σχέσεων και να διαπιστώσει όσο το δυνατό πιο άμεμπτα τα γεγονότα που του χρησιμεύουν σαν σημεία αφετηρίας και στηρίγματος. Γι’ αυτόν είναι πέρα για πέρα αρκετό, αν, αποδείχνοντας την αναγκαιότητα του σημερινού καθεστώτος, απέδειχνε συνάμα και την αναγκαιότητα ενός άλλου καθεστώτος, στο οποίο πρέπει αναπόφευκτα να περάσει το πρώτο, αδιάφορο αν το πιστεύουν ή αν δεν το πιστεύουν αυτό, αν έχουν ή αν δεν έχουν συνείδηση γι’ αυτό. Ο Μαρξ εξετάζει την κοινωνική κίνηση σαν ένα, φυσικό – ιστορικό προτσές που το διευθύνουν νόμοι, που όχι μόνο είναι ανεξάρτητοι από τη θέληση, τη συνείδηση και τις επιδιώξεις των ανθρώπων, μα που αντίθετα οι ίδιοι καθορίζουν τη θέληση, τη συνείδηση και τις επιδιώξεις των ανθρώπων… Αν το συνειδητό στοιχείο στην ιστορία του πολιτισμού παίζει έναν τόσο δευτερεύοντα ρόλο, τότε είναι αυτονόητο, ότι η κριτική που έχει για αντικείμενό της τον πολιτισμό, λιγότερο από κάθε άλλο μπορεί να έχει σαν βάση της κάποια μορφή ή κάποιο αποτέλεσμα της συνείδησης. Δηλαδή, όχι η ιδέα, αλλά μόνο η εξωτερική εμφάνιση μπορεί να της χρησιμεύει σα σημείο αφετηρίας. Η κριτική θα περιορίζεται σε μια σύγκριση, σε μια αντιπαράθεση και αντιπαραβολή ενός γεγονότος όχι με την ιδέα, μα με ένα άλλο γεγονός. Γι’ αυτήν σημαντικό είναι απλώς να έχουν εξερευνηθεί και τα δυο γεγονότα με ακρίβεια και ν’ αποτελούν πραγματικά το ένα απέναντι στο άλλο διαφορετικές βαθμίδες ανάπτυξης και περισσότερο απ’ όλα είναι σημαντικό να εξερευνηθεί με ακρίβεια η σειρά, η αλληλουχία και η σχέση, στην εμφάνιση αυτών των βαθμίδων εξέλιξης…

Διαφορετικά ο αναγνώστης μπορεί να ρωτήσει… μήπως οι γενικοί νόμοι της οικονομικής ζωής είναι οι ίδιοι, αδιάφορο αν εφαρμόζονται στο παρόν ή στο παρελθόν. Μα αυτό ακριβώς δεν παραδέχεται ο Μαρξ. Γι’ αυτόν δεν υπάρχουν τέτοιοι γενικοί νόμοι… Κατά τη γνώμη του, αντίθετα, κάθε μεγάλη ιστορική περίοδος έχει τους νόμους της. Μόλις όμως η ζωή έχει ξεπεράσει μια δοσμένη περίοδο εξέλιξης, έχει βγει από το δοσμένο στάδιο και έχει μπει σ’ ένα άλλο, αρχίζει να διευθύνεται επίσης από άλλους νόμους. Με δυο λόγια, η οικονομική ζωή μας παρουσιάζει στην περίπτωση αυτή ένα φαινόμενο πέρα για πέρα ανάλογο μ’ αυτό που παρατηρούμε σ’ άλλα πεδία της βιολογίας… Η προσεχτική ανάλυση της εσωτερικής διάρθρωσης και των ιδιοτήτων της ενεργής κατάστασης των φαινομένων αυτής της οικονομικής ζωής, από τη δεκαετία 1840-50 έπεισε κιόλας πολλούς ερευνητές για την ανακρίβεια της άποψης των παλιών οικονομολόγων σχετικά με τη φύση του οικονομικού νόμου, σύμφωνα με την οποία ο νόμος αυτός είναι ίδιος με τους νόμους της φυσικής και της χημείας… Μια βαθύτερη ανάλυση των φαινομένων απέδειξε ότι οι κοινωνικοί οργανισμοί διαφέρουν ο ένας από τον άλλο, όχι λιγότερο βαθιά απ’ ό,τι οι οργανισμοί των φυτών και των ζώων… Το ίδιο και το αυτό φαινόμενο υπόκειται σε ολότελα διαφορετικούς νόμους λόγω διαφοράς στην κατασκευή αυτών των οργανισμών, της ποικιλίας των οργάνων τους, της διαφοράς των συνθηκών μέσα στις οποίες είναι υποχρεωμένα να λειτουργούν κλπ. Ο Μαρξ π.χ., αρνείται να παραδεχτεί, ότι ο νόμος κίνησης του πληθυσμού είναι ο ίδιος πάντα και παντού, για όλες τις εποχές και για όλα τα μέρη. Αντίθετα, βεβαιώνει ότι κάθε βαθμίδα της εξέλιξης έχει το δικό της νόμο κίνησης του πληθυσμού… Ανάλογα με τις διαφορές στην παραγωγικότητα θα διαφέρουν και οι συνέπειές της, και μαζί μ’ αυτές και οι νόμοι που τις διέπουν. Θέτοντας ο Μαρξ για σκοπό του να ερευνήσει και να εξηγήσει έτσι το κεφαλαιοκρατικό οικονομικό καθεστώς, διατυπώνει απλώς αυστηρά επιστημονικά το σκοπό, που πρέπει να έχει κάθε ακριβής εξέταση της οικονομικής ζωής… Η επιστημονική αξία της τέτοιας έρευνας βρίσκεται στην αποσαφήνιση των ιδιαίτερων νόμων που ρυθμίζουν την εμφάνιση, την ύπαρξη, την εξέλιξη, το θάνατο ενός δοσμένου κοινωνικού οργανισμού και την αντικατάστασή του από έναν άλλο, ανώτερο. Κι αυτή την αξία την έχει πραγματικά το βιβλίο του Μαρξ».

Περιγράφοντας ο κύριος συντάχτης τόσο πετυχημένα αυτό που το ονομάζει πραγματική μου μέθοδο, περιγράφοντας με τόση ευμένεια την εφαρμογή αυτής της μεθόδου, προσωπικά από μένα, τι άλλο κάνει λοιπόν παρά να περιγράφει τη διαλεχτική μέθοδο;

Βέβαια, ο τρόπος της έκθεσης πρέπει τυπικά να διαφέρει από τον τρόπο της έρευνας. Η έρευνα πρέπει να αφομοιώσει την ύλη στις λεπτομέρειες, να αναλύσει τις διάφορες μορφές εξέλιξης και ν’ ανακαλύψει τον εσωτερικό τους δεσμό. Μόνο όταν θα έχει πια συντελεστεί η δουλιά αυτή μπορεί να παρασταθεί αντίστοιχα η πραγματική κίνηση. Οταν επιτευχθεί αυτό και καθρεφτίζεται ιδεατά η ζωή της ύλης, τότε μπορεί να φαίνεται  σαν να ‘χει να κάνει κανείς με ένα εκ των προτέρων οικοδόμημα.

Η διαλεχτική μου μέθοδος στη βάση της δεν είναι μονάχα διαφορετική από τη χεγκελιανή μέθοδο, μα είναι το κατ’ ευθείαν αντίθετό της. Για τον Χέγκελ η λειτουργία της νόησης που με το όνομα ιδέα τη μετατρέπει μάλιστα σε αυθυπόστατο υποκείμενο – είναι ο δημιουργός του πραγματικού το οποίο αποτελεί μονάχα το εξωτερικό της φανέρωμα. Για μένα αντίθετα, το ιδεατό δεν είναι παρά το υλικό, το μεταφερμένο και  μετασχηματισμένο στο ανθρώπινο κεφάλι.

Τη μυστικιστική πλευρά της χεγκελιανής διαλεχτικής την έχω κριτικάρει πριν 30 σχεδόν χρόνια, τον καιρό που ήταν της μόδας. Μα ακριβώς όταν επεξεργαζόμουνα τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», άρεσε στους γκρινιάρηδες, τους φαντασμένους και τους μέτριους επιγόνους, που σήμερα δίνουν τον τόνο στη μορφωμένη Γερμανία, να μεταχειρίζονται τον Χέγκελ, όπως ο αγαθός Μόζες Μέντελσον μεταχειριζόταν τον Σπινόζα στον καιρό του Λέσινγκ, δηλαδή σαν «ψόφιο σκύλο». Ετσι αναγνώρισα ανοιχτά τον εαυτό μου σα μαθητή εκείνου του μεγάλου στοχαστή και ερωτοτροπούσα μάλιστα εδώ και κει στο «Κεφάλαιο» για τη θεωρία της αξίας με τον τρόπο έκφρασης που τον χαρακτηρίζει. Ο μυστικισμός που παθαίνει η διαλεχτική στα χέρια του Χέγκελ, με κανέναν τρόπο δεν εμποδίζει το γεγονός ότι πρώτος αυτός έχει εκθέσει τις γενικές μορφές κίνησής της με έναν τρόπο καθολικό και συνειδητό. Στον Χέγκελ η διαλεχτική βρίσκεται με το κεφάλι κάτω. Χρειάζεται να την αναποδογυρίσουμε και να τη στηρίξουμε στα πόδια της, για ν’ αποκαλύψουμε το λογικό πυρήνα μέσα στο μυστικιστικό περικάλυμμα.

Με τη μυστικιστική της μορφή η διαλεχτική έγινε γερμανική μόδα, γιατί φαινόταν σαν να ομορφαίνει αυτό που υπάρχει. Στη λογική της μορφή είναι για τους αστούς και για τους δογματικούς εκπροσώπους της σκάνδαλο και φρικαλεότητα, γιατί στη θετική αντίληψη αυτού που υπάρχει περικλείνει ταυτόχρονα και την αντίληψη της άρνησής του, του αναγκαίου αφανισμού του, γιατί αντιλαμβάνεται κάθε μορφή που υπάρχει μέσα στη ροή της κίνησης, επομένως και από την παροδική της πλευρά, γιατί τίποτα δεν την επηρεάζει, γιατί στην ουσία της είναι κριτική κι επαναστατική.

Η γεμάτη αντιφάσεις κίνηση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας γίνεται αισθητή στον πραχτικό αστό με τον πιο χτυπητό τρόπο στις εναλλαγές του περιοδικού κύκλου που διαγράφει η σύγχρονη βιομηχανία, και που το αποκορύφωμά τους είναι η γενική κρίση. Η κρίση ξανάρχεται, αν και είναι ακόμα στα προ στάδιά της και χάρη στην ολόπλευρη έκτασή της καθώς και στην ένταση της αποτελεσματικότητάς της  θα διδάξει τη διαλεκτική ακόμα και στους τυχεράκηδες του νέου, άγιου πρωσογερμανικού ράιχ.

Μπορείτε να το διαβάσετε και

Καρλ Μαρξ σε μορφή word

ή

Καρλ Μαρξ σε μορφή pdf

Γράψτε σχόλιο