Νεολαία, ταξική διαστρωμάτωση και πολιτική διαπάλη

Μωράκης Παναγιώτης, κοινωνιολόγος, μέλος Γραμματείας Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Φίλοι και φίλες,

Ξεκινώντας εισηγητικά την κουβέντα με θέμα «Νεολαία, ταξική διαστρωμάτωση και πολιτική διαπάλη» θα πρέπει καταρχάς να δώσουμε κάποιον ορισμό για το τι εννοούμε νεολαία. Μεθοδολογικά η επιστήμη της κοινωνιολογίας και της κοινωνικής ανάλυσης διαιρεί τους νέους ανθρώπους σε τρεις κύριες ηλικιακές κατηγορίες εντοπίζοντας στη κάθε μια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτή από 15 έως 19 ετών, από 20 έως 24 και από 25 έως 29. Εμάς θα μας απασχολήσουν και οι τρεις αυτές κατηγορίες καθώς, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, τα κοινά χαρακτηριστικά τους ειδικά στην περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα είναι πολλά περισσότερα από τις επιμέρους διαφορές. Συνοπτικά λοιπόν αυτές οι τρεις ηλικιακές κατηγορίες μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν την κοινωνική κατηγορία που ονομάζουμε νεολαία.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νεολαίας ως κοινωνική κατηγορίας είναι η διαταξική της φύση. Είναι προφανές ότι στην νεολαία ανήκει τόσο ένας νέος με καταγωγή από μια μικροαστική ή εργατική οικογένεια όσο και ένα νέος με καταγωγή από αστική οικογένεια. Η τομή που έφερε η καπιταλιστική κρίση και οι μνημονιακές πολιτικές είναι η συμπίεση προς τα κάτω των μεσαίων και των κατωτέρων στρωμάτων της ελληνικής νεολαίας σε πλήρη σχεδόν αντιστοίχηση με την κατάρρευση της μεσαίας τάξης. Μπορεί η διαταξικότητα να μην αίρεται πλήρως, όμως η εσωτερική κατανομή στην νεολαία ως κοινωνική κατηγορία τείνει συντριπτικά προς τα κατώτερα στρώματα.

 

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικά όσον αφορά την συγκεκριμένη κοινωνική κίνηση. Το πρώτο τρίμηνο του 2008 από τους συνολικά 418.600 ανέργους της χώρας, οι 183.700 ανήκουν στην ηλικιακή κατηγορία 15-29 ετών. Το ποσοστό ενεργείας της νεολαίας ανέρχεται στο 17.34%. Το πρώτο τρίμηνο του 2014 από τους συνολικά 1.342.300 ανέργους της χώρας, οι 404.800 ανήκουν στην ηλικιακή κατηγορία 15-29 ετών. Το ποσοστό ανεργίας της νεολαίας ανέρχεται στο 47.46%. Από τους 404.800 νέους ανέργους, οι 258.200 είναι μακροχρόνια άνεργοι (63,78%). Σημειώνεται ότι τα συγκεκριμένα ποσοστά ανεργίας δεν αντικατοπτρίζουν με απόλυτη επιτυχία τα πραγματικά δεδομένα καθώς ως εργαζόμενος καταγράφεται από τις στατιστικές έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ ακόμα και αυτός που έχει εργαστεί 1 ώρα την εβδομάδα.

Την παραπάνω σκληρή πραγματικότητα συμπληρώνουν τα είδη εργασίας που συσπειρώνουν την νεολαία. Πρόκειται επί το πλείστον για ελαστικές σχέσεις απασχόλησης ή ημι-απασχόλησης με αντίτιμο των κατώτερο μισθό, δηλαδή 586 ευρώ μεικτά (489 καθαρά). Σημειώνεται ότι οι νέοι έως 25 ετών λαμβάνουν το 80% του κατώτερου μισθού, δηλαδή 510 ευρώ μικτά (425 καθαρά). Στα προαναφερθέντα πρέπει να προστεθούν η απλήρωτη επιμήκυνση των εργατοωρών καθώς και συνολικά η μαύρη και αδήλωτη εργασία.

Στην ουσία δημιουργείται μια κανονικότητα όπου ο μέσος νεολαίος βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στο φάσμα της κακοπληρωμένης επισφαλούς απασχόλησης και της ανεργίας.

Ταυτόχρονα εξαιτίας των προαναφερθέντων δεδομένων είναι πολύ δύσκολο για τους νέους και τις νέες να απαγκιστρωθούν από την οικογενειακή εστία, με το ποσοστό να ανέρχεται στο 51,6%. Αυτό δεν οφείλεται μονάχα στην αδυναμία των νέων να πετύχουν οικονομική αυτοτέλεια αλλά και στην οικονομική δυσπραγία των γονέων τους να παίξουν υποβοηθητικό ρόλο.

 

Μία από τις πρώτες συνέπειες των μνημονιακών πολιτικών ήταν επίσης η αύξηση της μετανάστευσης προς το εξωτερικό. Δυστυχώς τα στοιχεία τόσο από την ΕΛΣΤΑΤ όσο και από την EYROSTAT είναι ιδιαίτερα ελλιπή όσον αφορά τον ακριβή αριθμό των νέων που έχουν επιλέξει να δοκιμάσουν την τύχη τους εκτός χώρας, παραταύτα και οι δύο εντοπίζουν ουσιώδης αύξηση μεταναστευτικής εκροής. Παράλληλα εντοπίζονται και ποιοτικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης μετανάστευσης με το κυριότερο να είναι το επίπεδο εκπαίδευσης. Με βάση τα μέχρι σήμερα αποσπασματικά στοιχεία ο κύριος όγκος νέων μεταναστών έχουν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα χάνει εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, στο οποίο είχε επενδύσει οικονομικά και το οποίο θα ήταν χρήσιμο σε μία μελλοντική παραγωγική ανασυγκρότηση.

Όσον αφορά την εκπαιδευτική διαδικασία, παρατηρείται επίσης μια προσπάθεια δομικής αλλαγής στον τρόπο λειτουργίας της με αύξηση των ταξικών φραγμών. Επιχειρείται η ακύρωση του μεταπολιτευτικού μοντέλου της μαζικής μόρφωσης, η οποία αποτελούσε βασικό παράγοντα ταξικής ανέλιξης.

Με την εφαρμογή του «Νέου Λυκείου» και της τράπεζας θεμάτων την περσινή χρόνια οι μετεξεταστέοι της πρώτης λυκείου ανήλθαν σε 35-40% Το συγκεκριμένο ποσοστό μειώθηκε μετά από έκτακτες νομοθετικές διατάξεις του υπουργείου παιδείας σε 15% αλλά και πάλι αντικατοπτρίζεται η νέα κατεύθυνση. Πρόκειται για μία διπλή προσπάθεια αύξησης της μαθητικής διαρροής από την μία (ήδη 13.1%) και μείωσης των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από την άλλη.

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται επίσης στο στόχαστρο νεοφιλελευθέρων μεταρρυθμίσεων που σκοπό έχουν να αλλάξουν το μέχρι τώρα χαρακτήρα της. Η εφαρμογή ορίου ετών φοίτησης σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη αδυναμία των γονέων να αποτελούν σοβαρούς οικονομικούς αρωγούς έχει ήδη ως συνέπεια την υιοθέτηση από την μεριά των φοιτητών πιο εντατικών μοντέλων φοίτησης. Ταυτόχρονα επιχειρείται ο «εξευρωπαϊσμός» του ελληνικού πανεπιστημίου, δηλαδή η εμπορευματοποίηση πτυχών της λειτουργία του από τη μία και από την άλλη η απομόνωση του από τις υπόλοιπες κοινωνικές διεργασίες με μοναδική κατεύθυνση τη στεγανή παραγωγή γνώσης για την αύξηση των επιχειρηματικών κερδών.

Φίλοι και φίλες,

Όλα τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύουν την θέση με την οποία ξεκινήσαμε, δηλαδή ότι ενώ η νεολαία ως κοινωνική κατηγορία παραμένει διαταξική, έχει προλεταριοποιηθεί και φτωχοποιηθεί βίαια.

Η στοχοθεσία της συγκεκριμένης βίαιης προλαεταριοποίησης κινείται πέρα από το εμφανές, δηλαδή την συνέχιση της επιχειρηματικής κερδοφορίας σε καιρό καπιταλιστικής κρίσης. Στην ουσία δημιουργείται ένα νέο υπόδειγμα εργατικού δυναμικού που θα είναι αμόρφωτο και θα έχει ενσωματώσει στην συνείδησή του την ελαστική εργασία ως φυσιολογική. Με αυτόν τον τρόπο η αστική τάξη προσπαθεί να παγιώσει στη νέα γενιά τις μνημονιακές νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις οι οποίες υποτίθεται ότι έχουν παροδικό και έκτακτο χαρακτήρα.

Εδώ μεταβαίνουμε στο δεύτερο, πιο ενδιαφέρον αλλά και αρκετό πιο δύσκολο μέρος της εισήγησης, δηλαδή την πολιτική διαπάλη της νεολαίας.

Γεννιέται αναπόφευκτα το ερώτημα και η διαπίστωση ότι ενώ οι υλικοί όροι διαβίωσης είναι ιδιαίτερα δύσκολοι για την νεολαία, η τελευταία δεν φαίνεται να κινητοποιείται ως αυτόνομη κοινωνική κατηγορία. Αναμφίβολα συμμετείχε σε κινηματικές μάχες όπως οι μεγάλες απεργίες ή οι πλατείες αλλά χωρίς δικό της διακριτό στίγμα, ικανό να δημιουργήσει ένα επονομαζόμενο κίνημα νεολαίας.

Η απάντηση στην συγκεκριμένη προβληματική βρίσκεται στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού σε ιδεολογικό επίπεδο. Ειδικά όσον αφορά την νεολαία, οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις φαίνεται να την διαπερνούν πολύ πιο εύκολα από ότι μεγαλύτερες ηλικιακές κατηγορίες, οι οποίες έχουν στο βιογραφικό τους παλιότερες εναλλακτικές κοινωνικές αναπαραστάσεις.

Η σχεδόν απόλυτη υπεροχή της ατομικότητας έναντι της συλλογικότητας, της θατσερικής πεποίθησης ότι δεν μπορεί να υπάρξει εναλλακτική οργάνωση της κοινωνίας, της αποστροφής από συνδικάτα, πολιτικές συλλογικότητες, κόμματα είναι μόνο μερικές από τις ιδεολογικές νίκες του νεοφιλελευθερισμού πάνω στην νεολαία.

Ταυτόχρονα όμως η νεολαία βιώνει την διάψευση των υποσχόμενων προσδοκιών αλλά κυριότερα αντιλαμβάνεται την στενότητα των μελλοντικών της προοπτικών. Ως εκ τούτου σε αρκετές περιστάσεις στρέφεται σε συλλογικά απολίτικα εναλλακτικά παραδείγματα (πχ πολιτιστικοί σύλλογοι, σύνδεσμοι αθλητικών ομάδων κλπ) με στόχο την κοινωνικοποίηση και την έκφραση. Άλλες φορές προσηλυτίζεται από ένα υποτιθέμενο δυναμικό αντισυστημικό λόγο που εκφέρουν ακροδεξιές και νεοφασιστικές οργανώσεις.

Διέξοδος για να ξεπεραστεί η στασιμότητα της ταξικής διαπάλης σε νεολαιίστικο επίπεδο αποτελεί η δημιουργία ενός συλλογικού οράματος ριζικής αναμόρφωσης της οργάνωσης της κοινωνίας με πυξίδα της αξίες της ισότητας και δικαιοσύνης όπου θα περιγράφεται ο ρόλος που θα διαδραματίσει η νέα γένια και ο τρόπος που το παραπάνω συλλογικό όραμα θα υλοποιηθεί.

Ασπαζόμενος την Μαρξιστική και Λενινιστική θεωρία, πέρα από τα αυθόρμητα νεολαιίστικα ξεσπάσματα που μπορεί να προκύψουν, χρειάζονται συλλογικά υποκείμενα που θα λειτουργούν ως πρωτοπορία συνδιαμορφώνοντας το συλλογικό όραμα και προτείνοντας κάθε φόρα τις μάχες που πρέπει να δοθούν δουλεύοντας σε δύο επίπεδα.

Στο θεσμικό επίπεδο κρίνονται άμεσα αναγκαίες:

Α) Επαναφορά του βασικού μισθού στα 751 ευρώ. Η παραπάνω κίνηση θα αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας ώστε να επανέλθει σταδιακά η αγοραστική δύναμη των μισθών σε υψηλότερα επίπεδα. Θα έχουμε, δηλαδή, μια σταδιακή άνοδο των πραγματικών μισθών που θα επιτρέψει στην προσφορά να ανταποκριθεί με αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης, κάνοντας χρήση του αργούντος παραγωγικού δυναμικού. Επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Β) Ριζική αναμόρφωση της παραγωγικής βάσης της χώρας με ταυτόχρονες γενναίες δημόσιες επενδύσεις, δίνοντας έμφαση στο πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και αρχίζουν να παράγονται ποιοτικά προϊόντα τα οποία μέσω εξαγωγών θα βοηθήσουν στο κλείσιμο της ψαλίδας του εμπορικού ισοζυγίου.

Γ) Σταδιακή επαναφορά του κοινωνικού κράτους δίνοντας έμφαση στην υγεία και την παιδεία με ριζική αναμόρφωση του μοντέλου της τελευταίας.

Στο κοινωνικό επίπεδο:

Α) Δημιουργία συλλογικών δομών με αντικείμενο της εργασιακή επισφάλεια και την ανεργία οι οποίες μεσοπρόθεσμα θα αποτελούν εστίες κοινωνικής αντίστασης και μακροπρόθεσμα μία πρώτη ύλη για την δημιουργία νέων σωματείων όπου δεν υπάρχουν ή αναζωογόνησης τους εκεί που υπάρχουν. Η συγκεκριμένες συλλογικότητες θα πρωτοπορούν στην συμπόρευση άλλων κοινωνικών μετώπων δημιουργώντας ευρύτερα μέτωπα όπου θα πλάθεται το συλλογικό όραμα και θα δίνονται αποφασιστικές μάχες για την επίτευξη του.

Β) Ένταξη των ανέργων σε κλαδικά σωματεία με σκοπό την αναβάθμιση της ταξικής πάλης.

Γ) Άνοιγμα των εργατικών κέντρων στην νεολαία μέσω αλλαγής της λειτουργίας τους. Να δημιουργηθούν αίθουσες ψυχαγωγίας με βιβλιοθήκη, μουσική, παιχνίδια κ.ά., ώστε να ανακοπεί η τάση οι νέοι και οι νέες να υποσιτίζονται πνευματικά, προκειμένου να μπορούν να καλύψουν τον ελεύθερο χρόνο τους δημιουργικά. Να αποτελέσουν δηλαδή τα εργατικά κέντρα υποδοχείς της πολιτιστικής δημιουργίας και έκφραση των νέων, στην βάση της εργατικής τους όμως ταυτότητας, λειτουργώντας απώτερα ως κέντρα οργάνωσης και αγώνα.

Leave a Comment