Η ΜΑΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

KouvelakisΤου ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*

Σύμφωνα με τα Χαντίθ, την καταγεγραμμένη παράδοση που οι μουσουλμάνοι σουνίτες θεωρούν συμπλήρωμα του Κορανιού, ο προφήτης Μωάμεθ έχει αποφανθεί ότι «όσο πλησιάζει κανείς την εξουσία τόσο απομακρύνεται από τον Θεό». Το πρόβλημα ίσως αρχίζει και προκύπτει όταν εκτός από τον Θεό απομακρύνεται και από την ορθολογική σκέψη, ενίοτε και από την κοινή λογική. Και κάτι τέτοιο συμβαίνει στην πολιτική σκηνή όταν υπαρκτές αντιθέσεις και δυσκολίες θεωρούνται ότι λύνονται με ρητορικό συγκερασμό αντιφατικών προταγμάτων, επίκληση καλών προθέσεων και ακροβασίες, δηλαδή με την προσφυγή σε ένα είδος «μαγικής σκέψης».

Τι νόημα μπορεί να έχει για παράδειγμα όταν εκπρόσωποι πολιτικού κόμματος που επαγγέλλεται την έξοδο από τα μνημόνια και τον τερματισμό της λιτότητας ομνύουν στο όνομα της «δημοσιονομικής σταθεροποίησης» και των πλεονασματικών προϋπολογισμών που αποτελούν ως γνωστόν τον κεντρικό στόχο των μνημονίων; Πως γίνεται να μια οικονομία που βρίσκεται σε τροχιά καταστροφικής ύφεσης να ανακάμψει με δημόσια δαπάνη καθηλωμένη στα σημερινά επίπεδα; Πως θα αντιμετωπισθεί η ανθρωπιστική κρίση χωρίς αντίστοιχη παροχή δημόσιων πόρων για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών που έχουν καταβαραθρωθεί από τις μνημονιακές πολιτικές;

Ακούγεται ότι όλα αυτά θα γίνουν χάρη σε μια δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών και σε προσφυγή σε έξωθεν, δηλαδή ευρωπαϊκή, χρηματοδότηση. Το μεν πρώτο είναι ασφαλώς απόλυτα αναγκαίο και μάλιστα επείγον. Δικαιότερη κατανομή σημαίνει βεβαίως φορολόγηση του πλούτου, που ελάχιστα συμβάλλει σήμερα στα δημόσια έσοδα, αλλά ταυτόχρονα και ανακοπή της φοροεπιδρομής που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια τα χαμηλά και τμήμα των μεσαίων στρωμάτων. Θα προκύψει μια νέα ισορροπία, που θα είναι θετική, που απαιτεί όμως χρόνο (οι φιλόδοξες και δίκαιες φορολογικές μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται σε μια νύχτα και κυρίως δεν αποδίδουν άμεσα) και που σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί το μαγικό ραβδί που θα λύσει το τεράστιο πρόβλημα χρηματοδότησης της ανάπτυξης της κατεστραμμένης ελληνικής οικονομίας.

Εξ’ου και η αναφορά στην έξωθεν «μη δανειακή» όπως παρουσιάζεται χρηματοδότηση, ένα είδος νέου σχεδίου Μάρσαλ. Ας σημειωθεί κατ’αρχήν ότι η διεκδίκηση από αριστερές δυνάμεις «σχεδίου Μάρσαλ», που ως γνωστόν εκπονήθηκε στην αρχή του Ψυχρού πολέμου για να ανασχέσει τον κομμουνισμό και να προσδέσει την δυτική Ευρώπη στον Ατλαντισμό, αποτελεί τουλάχιστον σχήμα οξύμωρο, ειδικά σε μια χώρα όπου αυτό το σχέδιο συνόδευσαν τα ναπάλμ του Γράμμου. Πέρα όμως από το συμβολισμό, γιατί να δοθεί περίπου χαριστική χρηματοδότηση σε μια κυβέρνηση που θα αρνηθεί να εφαρμόσει τις πολιτικές λιτότητας, εσωτερικής υποτίμησης και άγριων περικοπών που αποτελούν την πεμπτουσία των πολιτικών που ακολουθούνται σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και που κατοχυρώνουν επιπλέον τα νέα δρακόντεια ευρωπαϊκά σύμφωνα; Στη βάση ποιάς στοιχειώδους λογικής μπορεί κανείς να υποθέσει ότι όχι μόνο δεν θα ασκηθούν κάθε είδους πιέσεις και εκβιασμοί αλλά αντιθέτως θα προσφερθεί βοήθεια σε μια Ελλάδα που, ακολουθώντας έναν δυνάμει μεταδοτικό εναλλακτικό δρόμο, μόνο ως απειλή μπορεί να εκληφθεί από αυτούς που κυριαρχούν σήμερα στην ΕΕ;

Πολλώ δε μάλλον που βασική προϋπόθεση μιας τέτοιας πορείας είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, κάτι που αναπόφευκτα θα πλήξει αυτούς που κατέχουν σήμερα τα ελληνικά ομόλογα, δηλαδή τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες och ταμείο σταθερότητας. Τι περιθώρια «αναδιαπραγμάτευσης» των δανειακών συμβάσεων υπάρχουν όμως όταν τα ποσά που διακυβεύονται, άρα οι ζημίες που ενδέχεται να υποστούν οι δανειστές, είναι τεράστια; Και τι περιθώρια διαπραγμάτευσης έχει ο οφειλέτης όταν πρέπει απαρέγκλιτα να εξοφλούνται τα τοκοχρεολύσια των δανείων που έχουν ήδη συναφθεί; Υπάρχουν άλλες επιλογές γι αυτόν από μονομερείς ενέργειες δηλαδή στάση πληρωμών – όπως δείχνει εξ’άλλου και μια πλούσια διεθνή εμπειρία (αλλά και αυτήν της προπολεμικής Ελλάδας);

Το ότι δεν έχει δοθεί πειστική απάντηση σε αυτά τα γνωστά ερωτήματα από τους υποστηρικτές της «συμφωνημένης λύσης» επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις η συντριπτική πλειοψηφία όσων δηλώνουν την προτίμησή τους για την αξιωματική αντιπολίτευση δεν πιστεύει ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα καταργήσει τα Μνημόνια. Η αντίφαση αυτή οξύνεται ακόμη περισσότερο όταν ορισμένοι εκπρόσωποί της εμφανίζονται ξαφνικά ως μελλοντικοί εγγυητές του «αξιόχρεου του ελληνικού κράτους».

Η συνέχιση της προσφυγής στη «μαγική σκέψη» μόνο σύγχυση και δυσπιστία απέναντι στην ίδια την πολιτική μπορεί να προκαλέσει. Και τούτο γιατί, όπως κάθε «μαγική σκέψη», λειτουργεί σαν ξόρκι, τρόπος φαντασιακής απομάκρυνσης αυτού που γίνεται πλέον όλο και πιο αντιληπτό από την τραυματισμένη κοινωνία: ότι ακόμη και οι μίνιμουμ προϋποθέσεις μιας λύσης προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων δεν μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς σκληρές συγκρούσεις και ότι όποιος τις επιχειρήσει πρέπει να είναι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει μέσα όπως η στάση πληρωμών, η εθνικοποίηση των τραπεζών και βεβαίως η δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Πίτα ολόκληρη και χορτάτοι σκύλοι υπάρχουν μόνο στα παιδικά παραμύθια.

*Δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» την Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014.

Leave a Comment