Ταξικές συμμαχίες της εργατικής τάξης και το θέμα της ηγεμονίας.*

Χαραλαμπίδου Δέσποινα, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ

Στις 6 Μαΐου 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ κατέκτησε ένα εκλογικό ποσοστό πέρα από όλες τις προσδοκίες και αναδείχθηκε σε δεύτερο κόμμα του κοινοβουλίου. Ήταν το αποτέλεσμα μιας ανατρεπτικής επιλογής που έκανε βασικά η εργατική τάξη και μια μερίδα λαϊκών στρωμάτων στην Ελλάδα, μετά από τα δύο χρόνια κινητοποιήσεων ενάντια στην πιο άγρια ταξική και αντιδημοκρατική επίθεση που έχουν δεχθεί σε περίοδο ειρήνης στην Ελλάδα.

Το αίτημα της κατάργησης των μνημονίων και το σύνθημα για μια πολιτική ανατροπή με Κυβέρνηση της Αριστεράς ήταν αιχμές που άμεσα γίνονταν αντιληπτές από πλατιά λαϊκά στρώματα, τα οποία έσπασαν τους πολιτικούς δεσμούς δεκαετιών που είχαν με τον δικομματισμό. Αυτό ήταν και το ποιοτικά κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία κατάφερε να ανατρέψει ένα πολιτικό τοπίο που είχε ουσιαστικά παραμείνει σταθερό σε όλη την Μεταπολίτευση.

Επειδή οι διπλές εκλογές έφεραν ισχυρά τον χαρακτήρα της πολιτικής έκφρασης των λαϊκών κινητοποιήσεων, το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθετε ένα ριζοσπαστικό και ταξικό πρόγραμμα απαντούσε, έστω και έμμεσα, στα βασικά ερωτήματα που βάζει πάντα το ζήτημα της εξουσίας: στην άσκησή της από ποιον, για ποιον και προς ποια κατεύθυνση. Η απάντηση ήταν σαφώς υπέρ των δυνάμεων της εργατικής τάξης, οι οποίες ταύτισαν σε μεγάλο βαθμό τα πραγματικά συμφέροντά τους με την κυβέρνηση της Αριστεράς, όπως έδειξε και η κοινωνική και οικονομική κατανομή του εκλογικού σώματος.

Ποια είναι η κατάσταση της εργατικής τάξης σήμερα; Το θέμα αυτό αναλύθηκε σε μεγάλο βάθος τις προηγούμενες μέρες. Εγώ θα ήθελα να σταθώ σε μία παρατήρηση που έχει νομίζω σημασία για το θέμα μας: Από μια γενική άποψη, η μνημονιακή πολιτική έχει επιφέρει τραγικές συνέπειες για το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων, ανεξάρτητα από κλάδο ή τομέα απασχόλησης. Μ’ αυτή την έννοια έχει ενισχυθεί πολύ έντονα μια τάση σύγκλισης των διαφορετικών κατηγοριών των μισθωτών εργαζομένων.

Παράλληλα, είναι δεδομένη πλέον μια τάση διάλυσης των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων. Η ΓΣΕΒΕΕ μιλάει για κλείσιμο 230.000 χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων από την έναρξη της κρίσης το 2008, ενώ η ΕΣΕΕ για καθαρή απώλεια 85.000 εμπορικών μονάδων κατά την περίοδο 2008-2013. Έχουμε, δηλαδή μια κάθετη αριθμητική συρρίκνωση αυτών των στρωμάτων, με μακροπρόθεσμες συνέπειες στον ειδικό οικονομικό και πολιτικό ρόλο που είχαν στον ελληνικό καπιταλισμό. Πρόκειται για μια διαδικασία προλεταριοποίησης, όπου το μεγαλύτερο μέρος αυτών των πρώην μικροαστικών στρωμάτων κατέρχεται στην κοινωνική κλίμακα, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει ακόμη την συνείδηση, τις παραστάσεις και την ταυτότητα της εργατική τάξης.

Ιδιαίτερο βάρος μέσα σε αυτήν την διαδικασία έχει η νεολαία, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της δεν έχει βγει ακόμη στην παραγωγή, είναι όμως σαφές ότι αντιμετωπίζει στο μεγαλύτερο βαθμό μια χαρακτηριστικά εργατική προοπτική.

Επομένως, από την μία έχουμε την ενοποίηση στρωμάτων της μισθωτής εργασίας, αλλά και την ενίσχυσή τους με κομμάτια των μικροαστικών στρωμάτων. Από την άλλη, βλέπουμε τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ενδιάμεσων κοινωνικών στρωμάτων που επιβιώνουν ως τέτοια (μιλάμε για παραδοσιακές μικροαστικές κατηγορίες της πόλης, αγρότες, διανοούμενους και νέα μικροαστικά στρώματα) να αποκλίνουν όλο και περισσότερο από τις οικονομικές και πολιτικές επιλογές των ελίτ.

Μια σειρά από τα κυρίαρχα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα σήμερα κάνουν όλο και περισσότερες κοινωνικές ομάδες να «στοιχίζονται» απέναντι στην πορεία που έχει επιλεχθεί για το κοινωνικό σύνολο στην Ελλάδα. Τέτοια είναι το ζήτημα του διαθέσιμου λαϊκού εισοδήματος (το οποίο συνδέεται άμεσα με τα επίπεδα ανεργίας και απασχόλησης, καθώς και με το ύψος των αποδοχών των μισθωτών), το ζήτημα της προνοιακής λειτουργίας του κράτους, οι ιδιωτικοποιήσεις, οι λεγόμενες διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά – που ενισχύουν τις μονοπωλιακές τάσεις, τα τεράστια προβλήματα της περιβαλλοντικής υποβάθμισης – που συνδέονται όλο και πιο πολύ με τις επιπτώσεις της δραστηριότητας πολυεθνικών κεφαλαίων. Ακόμα και το ζήτημα της σταθερότητας και της ειρήνης σε μια εποχή ιμπεριαλιστικών εντάσεων, με μια πολιτική που παραδίδει σταδιακά τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας σε ξένα κέντρα.

Αλλά και το ζήτημα της περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Καθώς μια «σφιχτή» ταξική ελίτ απομονώνεται και συνδέει την διατήρηση των συμφερόντων της με την ενίσχυση των κατασταλτικών λειτουργιών του κράτους, η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία της αρχίζει να διασπάται.

Τα παραπάνω δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι αντικειμενική αναγκαιότητα – αλλά και πραγματική δυνατότητα πλέον – η συγκρότηση ενός μετώπου «από τα κάτω» όλων των πληττόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Δηλαδή, η δημιουργία από την εργατική τάξη της πλατύτερης δυνατής λαϊκής συμμαχίας, η οποία θα εκφράζεται σε επιμέρους κοινωνικά μέτωπα με κινηματικά χαρακτηριστικά και πολιτικούς στόχους.

Εδώ, όμως, οφείλω να σημειώσω ότι η επιτακτική αναγκαιότητα αυτή βαραίνει ιδιαίτερα και τις δυνάμεις της Αριστεράς που παρεμβαίνουν οργανωμένα μέσα στους διάφορους κοινωνικούς χώρους, πρώτα απόλα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η μετωπική συμπαράταξη των αγωνιστικών δυνάμεων της Αριστεράς, παρά τις εχθρότητες των ηγεσιών, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανάπτυξη ενός μεγάλου εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Είναι σαφές βεβαίως, ότι μια τέτοια μετωπική στρατηγική προϋποθέτει την ηγεμονία της εργατικής τάξης πάνω στις λοιπές λαϊκές τάξεις, αλλά και άλλες καταπιεζόμενες κοινωνικές κατηγορίες στην σημερινή μνημονιακή και αυταρχική πολιτική κατάσταση.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, δύο προϋποθέσεις için εργατική ηγεμονία μέσα στο μέτωπο των ταξικών συμμαχιών. Η πρώτη είναι η κινηματική.

Ο Λένιν έγραφε «Από προλεταριακή άποψη, η ηγεμονία στον αγώνα ανήκει σεκείνον που μάχεται με μεγαλύτερη ενεργητικότητα, σεκείνον που τα λόγια του ανταποκρίνονται στις πράξεις του και που είναι, επομένως, ο ιδεολογικός αρχηγός της δημοκρατίας και κριτικάρει κάθε αναποφασιστικότητα».

Είναι αναμφισβήτητο ότι η εργατική τάξη – και μάλιστα συχνά τα κομμάτια εκείνα του πιο παραδοσιακού πυρήνα της – έχει από την αρχή βρεθεί στην πρωτοπορία των μεγάλων αντιμνημονιακών αγώνων στη χώρα μας. Σας θυμίζω τον μεγάλο αγώνα των χαλυβουργών στον Ασπρόπυργο, το παράδειγμα του οποίοι ακολούθησαν δεκάδες άλλοι εργατικοί αγώνες, από την ΕΡΤ ως τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών και τους απεργούς της Κόκα-Κόλα. Η κινηματική πρωτοπορία την καθιστά ηγεμονική δύναμη μέσα στην πάλη για την ανατροπή αυτής της πολιτικής.

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η πολιτική ηγεμονία. Πέρα από έναν υψηλό βαθμό κινητοποίησης των εργαζόμενων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, απαιτείται και μια σειρά πολιτικών αιτημάτων, τα οποία αν και δεν είναι άμεσα σοσιαλιστικά, βοηθούν στην οικοδόμηση ταξικών συμμαχιών, αποδυναμώνουν τον αντίπαλο και ενισχύουν την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς.

Αναφέρω μόνο ελάχιστα τέτοια αιτήματα, εντελώς ενδεικτικά:

  • Άμεση επαναφορά του κατώτατου μισθού και των συντάξεων, ταυτόχρονα με επαναφορά στων συλλογικών συμβάσεων εργασίας που θα συμπαρασύρει σταδιακά προς τα πάνω και όλα τα μισθολογικά επίπεδα.
  • Ριζική αλλαγή πολιτικής στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα, με ιδιαίτερα σημαντικό το αίτημα για επιστροφή όλων των κλεμμένων αποθεματικών των Ταμείων.
  • Σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων και κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ.
  • Άμεση, βιώσιμη και κυρίως κοινωνικά δίκαιη ρύθμιση των κόκκινων δανείων και των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο.
  • Κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και όλων των αντικοινωνικών μέτρων φορολογικής λεηλασίας των λαϊκών στρωμάτων.

Φυσικά όλα αυτά δεν είναι παρά ένα μέρος μόνο από τα δεκάδες αιτήματα και στόχους της εργατικής τάξης στο σημερινό επίπεδο της ταξικής πάλης. Αυτό που έχει σημασία από την άποψη των ταξικών συμμαχιών και της εργατικής ηγεμονίας, είναι η ενοποίηση των πολιτικών και οικονομικών αιτημάτων σε μεταβατικό πρόγραμμα μιας Αριστερής κυβέρνησης.

Δεν πρόκειται να μπω στις λεπτομέρειες ενός τέτοιου προγράμματος. Αυτό που θέλω να αγγίξω μόνο, κλείνοντας την ομιλία μου είναι το ζήτημα του χαρακτήρα της Αριστερής κυβέρνησης σε σχέση με το θέμα της ηγεμονίας.

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς ακόμη και αν καταφέρει να σταθεροποιηθεί παρά τις πιέσεις και τον πόλεμο που θα δεχθεί, ακόμη και αν κυριαρχήσει πολιτικά στους αντιπάλους της, δεν σημαίνει ότι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοι της θα έχει κερδίσει την συνολική κοινωνική ηγεμονία. Μπορούμε να μιλάμε για μια κυβέρνηση μεταβατική μόνο αν καταφέρει να φέρει την εργατική τάξη και τις ανάγκες της στο προσκήνιο.

Αυτό σημαίνει ότι με βάση το μεταβατικό πρόγραμμα, τις συγκρούσεις που θα τραβήξει μέχρι τέλους και θα καταφέρει να κερδίσει και ειδικά με βάση τα πιο προωθημένα εργατικά και δημοκρατικά μέτρα που θα πάρει, θα μπορέσει να κάνει κυρίαρχο και ένα νέο λαϊκό πρότυπο: αυτό του εργαζόμενου ανθρώπου και των πολύπλευρων αναγκών του. Θα καταφέρει δηλαδή να φτιάξει μια νέα ιδεολογική και πολιτική συναίνεση ανάμεσα στην συμμαχία των λαϊκών στρωμάτων που, σε αντίθεση με μικροαστικά και καταναλωτικά ιδεολογήματα, του παρελθόντος θα επεκτείνει την εργατική συνείδηση στα πληττόμενα σήμερα λαϊκά στρώματα. Με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουμε να ανοίξουμε νέους σοσιαλιστικούς δρόμους για τη χώρα μας.

 

*Η εισήγηση αυτή παρουσιάστηκε στο επιστημονικό συνέδριο που οργάνωσε ο ΜΑΧΩΜΕ στην Αθήνα 21,22 και 23 Νοεμβρίου με θέμα : «Ταξική διάρθρωση της ελληνική κοινωνίας – ταξική συνείδηση και πολιτική διαπάλη».

 

Leave a Comment