Σχέδιο Β: Ώριμο τέκνο της ανάγκης. Με αφορμή άρθρο του Κ. Καλλωνιάτη

223d3e825305be1390f95e96c8b494f2_LΑναδημοσίευση από antapocrisis

Του Σπύρου Κόγκα.

Mε τις εξελίξεις της Κυπριακής κρίσης και τη μοντελοποίηση της σε όλη την Ευρωζώνη, με διαφοροποιήσεις φυσικά, υπάρχει πλέον μια αντικειμενική πραγματικότητα που φέρνει στο φως τον ρόλο της ΟΝΕ και την ολοκλήρωση της ΕΕ στις σημερινές συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αυτή η αντικειμενική πραγματικότητα αφορά το τι ακριβώς υλοποιεί η Γερμανική πολιτική. Υλοποιεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την ιμπεριαλιστική εξέλιξη της ΕΕ, την ολοκλήρωση της στη βάση των συμφωνιών που την καθόρισαν πολιτικά και οικονομικά.

Μόνο εντός ευρωζώνης θα μπορούσε να δοκιμαστεί το όραμα μιας Ευρώπης ισοπεδωμένης, λεηλατημένης, με τον κόσμο της εργασίας σε πρωτοφανή συμπίεση και τα αδύναμα κράτη σε αποικιοκρατική εξάρτηση. Μόνο εντός ευρωζώνης δηλαδή, μπορούσε να δημιουργηθεί ένας ιμπεριαλισμός χωρίς αμφισβήτηση.

Αυτή είναι η βάση γέννησης του ανεπανάληπτου ευρωσκεπτικισμού που μεταδίδεται σε όλη την Γηραιά Ήπειρο. Αυτή είναι η βάση που γεννά και τις αντιφάσεις αυτού του ευρωσκεπτικισμού. Έχουμε των ευρωσκεπτικισμό των “πλουσίων” του Βορρά, των “φτωχών” του Νότου, των ευρωσκεπτικισμό των λαϊκών τάξεων αλλά και μερίδων της βιομηχανικής αστικής τάξης διαφόρων χωρών. Ο καθένας ζει τώρα την διάψευση του, ανακαλύπτει με διαφορετικό τρόπο τις συνέπειες αυτής της ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης που καθοδηγεί η Γερμανία και έρχεται αντιμέτωπος με διλλήματα διαφορετικής ποιότητας και βάθους. Προφανώς κάπου εδώ αρχίζουμε να εισερχόμαστε στο πεδίο της πολιτικής.

Αν θέλουμε όμως να πάμε σε βάθος τον προβληματισμό μας οφείλουμε να αφουγκραστούμε το γεγονός ότι αυτός ο μεγάλος και ποικίλος ευρωσκεπτικισμός είναι στο επίπεδο της πολιτικής μια ακλόνητη αλήθεια. Η αλήθεια αφορά τη συνολική κρίση της ΕΕ όχι απλώς ως οικοδόμημα αλλά κυρίως ως μύθος συναίνεσης και ηγεμονίας σε Πανευρωπαικό επίπεδο. Ας δεχτούμε ότι δεν υπάρχει πια. Η αλήθεια αφορά ακόμη την κρίση των χωρών που τελούν υπό χρεοκοπία και Γερμανική επικυριαρχία, όπως η Ελλάδα δηλαδή. Αυτή την κρίση, ποιος μπορεί να την πει κρίση του “εθνικού” καπιταλισμού χωρίς να θεωρηθεί μερικός το λιγότερο, ιδεοληπτικός το περισσότερο, μακριά από την τρέχουσα πραγματικότητα το χειρότερο;

Από αυτή την άποψη, άρθρα όπως αυτό του κ. Κώστα Καλλωνιάτη με τον τίτλο “Σχετικά με το σχέδιο Β”, έρχονται να προστεθούν σε μια συγκεκριμένη αντίληψη και πολιτική τοποθέτηση που στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται μέχρι τώρα «αντικαπιταλιστική-διεθνιστική» αλλά είχε ως παρανομαστή της ένα Ευρωπαϊσμό που δήθεν αποτελούσε όριο ασφαλείας για κάθε εθνική-εθνικιστική αναδίπλωση. Διαβάζοντας όμως το άρθρο του κ.Καλλωνιάτη μπορούμε μετά λύπης να πούμε ότι εδώ πρόκειται για κάτι περισσότερο. Για ένα ιδεαλιστικό οικονομισμό που αρνείται να αντικρύσει την αντικειμενική πραγματικότητα και για αυτό φρίττει με τα νέα πολιτικά καθήκοντα που απορρέουν από αυτή.

Τι είναι αριστερό και τι δεν είναι;

Γράφει ο κ. Καλλωνιάτης:

“Αν αριστερός δεν είναι αυτός που επιθυμεί την επιστροφή στην παλιά μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη που βασιζόταν στο εθνικό νόμισμα και τον πληθωρισμό του (μέσω της δυνατότητας αυτόνομης εκτύπωσης χρήματος κι υποτίμησης του) αλλά επιδιώκει τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας ξεκινώντας από το υφιστάμενο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης και διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, τότε γι’ αυτόν το ζήτημα της ενότητας των δυνάμεων της εργασίας δεν τίθεται με όρους νομίσματος (ευρώ ή δραχμή) αλλά πολιτικής, δηλαδή στόχων, μέτρων και αιτημάτων που να προσφέρουν λύσεις στα προβλήματα επιβίωσης και ύπαρξης των εργαζομένων και γι’ αυτό ακριβώς να ενώνουν τους εργαζόμενους τόσο μιας χώρας όσο και όλων των χωρών”.

Η εκτίμηση του για το τι σήμερα συνιστά αριστερή θέση δυστυχώς βασίζεται σε μια σειρά γενικές και αόριστες φράσεις που βγαλμένες από το συγκεκριμένο πλαίσιο των σημερινών συνθηκών απλά μας παρουσιάζονται σαν αξιώματα. Πρώτον μας προτείνει αντί της παλιάς μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης που βασιζόταν στο εθνικό νόμισμα να επιλέξουμε να κάνουμε πολιτική με αφετηρία το υφιστάμενο επίπεδο ανάπτυξης. Γιατί έτσι η ενότητα του κόσμου της εργασίας δεν θα γίνει με όρους νομίσματος αλλά με βάση τα προβλήματα των εργαζομένων τόσο σε μια χώρα όσο και σε όλες τις χώρες.

Δεύτερον βγάζει το συμπέρασμα ότι το πιο ανεπτυγμένο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης που είναι προφανώς η ΕΕ από μόνο του δημιουργεί καλύτερους όρους πάλης. Γιατί; Επειδή όλες οι εργατικές τάξεις της Ευρωζώνης βρίσκονται υπό την Γερμανική ολοκλήρωση αυτό σημαίνει ότι αποκτήσαν το ίδιο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης οι χώρες που ζούνε οι εργαζόμενοι; Γιατί; Επειδή δεν υπάρχει εθνικό νόμισμα ξεπεράστηκαν οι εθνικές ιδιαιτερότητες στην ανάπτυξη, την ανεργία, την βιομηχανική παραγωγή, στην αγροτική παραγωγή, στα ποσοστά φτώχειας, στην ανταγωνιστικότητα των οικονομιών;

Οι Γερμανοί εργαζόμενοι, οι Βρετανοί εργαζόμενοι, οι Σουηδοί εργαζόμενοι, οι Ελληνες εργαζόμενοι, είναι πιο κοντά ή πιο μακριά σήμερα, ακριβώς λόγω της ανισότητας που παράγει η λειτουργία της ΕΖ;

Ο κ. Καλλωνιάτης μιλάει με βάση τις ιδεολογικές του προτιμήσεις αλλά δεν περιγράφει τις πραγματικές καταστάσεις. Αν θα θέλαμε να επαναπροσδιορίσυμε την έννοια “Αριστερά” σήμερα φυσικά θα ορίζαμε ως αφετηρία το επίπεδο που κατρακυλούν οι αδύναμες καπιταλιστικά χώρες, συγκεκριμένα το επίπεδο ανάπτυξης της Ελλάδας εντός Ευρωζώνης, και να παλέψουμε για μια λύση διεξόδου, σε μια άλλη πορεία για τον εργαζόμενο λαό της χώρας. Για να στηρίξουμε μια τέτοια επιλογή οφείλουμε να λύσουμε την αντίθεση με τον κύριο πολιτικό αντίπαλο για μια άλλη ανάπτυξη που είναι η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη. Για αυτό το ζήτημα ευρώ ή δραχμή αποκτά κορυφαίο πολιτικό χαρακτήρα. Δεν είναι ζήτημα ποιος είναι με το παλιό και ποιος με το μοντέρνο. Δεν είναι ζήτημα ποιος είναι με τα κλειστά εθνικά σύνορά και ποιος με τον διεθνισμό. Είναι ζήτημα επιβίωσης των εργαζομένων εδώ, σήμερα, τώρα. Αν αυτό δεν είναι “αριστερό” κατά τον κ.Καλλωνιάτη τότε τι είναι;

Ουτοπικός αντι-καπιταλισμός ή πραγματικός αντι-ιμπεριαλισμός;

“Σήμερα λοιπόν, που έχουμε ήδη βιώσει την επανειλημμένη αποτυχία του σταλινικού εγχειρήματος οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε κάθε χώρα ξεχωριστά και που ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός ενοποιείται υπό την γερμανική καταστροφική λαβίδα αφαιμάζοντας τους εργαζόμενους όλων των χωρών-μελών, προσφέρεται μία μοναδική ευκαιρία προβολής αιτημάτων που να ενοποιούν την αντικαπιταλιστική αντίδραση στα μέτρα λιτότητας και απαλλοτρίωσης των εργαζομένων που εκφράζεται κατακερματισμένα, αποσπασματικά κι εμπειρικά σε κάθε χώρα ξεχωριστά. Η λύση στα κοινά προβλήματα δεν βρίσκεται στην εθνική αναδίπλωση και περιχαράκωση, αλλά στην αριστερή διεθνοποίηση των αγώνων και την σοσιαλιστική ενοποίηση της Ευρώπης”.

Στα παραπάνω λόγια του κ.Καλλωνιάτη καταλαβαίνει κανείς το ποσοστό του ουτοπισμού που κυριαρχεί στην άποψη του. Επηρεασμένος από τα ιστορικά συμπεράσματα που έχει βγάλει σχετικά με την αιτία κατάρρευσης του σοσιαλιστικού μπλοκ, που κατά αυτόν επικεντρώνονται στον “σοσιαλισμό σε μια χώρα”, μας καλεί να εκμεταλλευτούμε μαζικά, ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης την ευκαιρία για ένα αποτελεσματικό αγώνα που θα βασίζεται στην διεθνοποίηση και θα φέρει την σοσιαλιστική ενοποίηση της Ευρώπης.

Η εξίσωση λοιπόν “εθνικό νόμισμα ίσον υπανάπτυξη ίσον αναδίπλωση ίσον σοσιαλισμός σε μία χώρα ίσον κατάρρευση”, είναι αυτό που προφανώς έρχεται στο μυαλό του συγγραφέα όταν ακούει ή διαβάζει για το σχέδιο Β.

Αν όμως αυτό δεν συνιστά μοντελισμό, ιδεαλισμό και απογείωση μέσω ενός αντικαπιταλιστικού ουτοπικού διεθνισμού τότε τι συνιστά; Τα ερωτήματα είναι αμείλικτα και τα γεννά η πραγματικότητα των λαών και των τάξεων έτσι όπως ζούνε μέσα στα εθνικά πλαίσια που καθορίζουν δυστυχώς οι ισχυροί. Στην Κύπρο το φάσμα της χρεοκοπίας, των άδειων σουπερμαρκετ, της διάλυσης των τραπεζών με όρους Βερολίνου, της εθνικής ταπείνωσης, το έζησαν οι Κύπριοι εργαζόμενοι, όχι οι Βέλγοι, ούτε οι Δανοί. Την πολιτική ευθύνη για την τραγωδία αυτή πρέπει κάποιος να την αναλάβει, ή κατά την άποψη του κ.Καλλωνιάτη να μην την αποδώσουμε σε κανέναν, επειδή δεν αναπτύχθηκαν πανευρωπαϊκοί αγώνες υπεράσπισης της Κύπρου;

Στο άρθρο του ο κ.Καλλωνιάτης συνεχίζει και με άλλα υπερ-αντικαπιταλιστικά και αντι-εθνικά αξιώματα. Τι δεν καταφέρνει ;

Δεν καταφέρνει να προσφέρει θέσεις και προτάσεις που να αφορούν τον πραγματικό εργαζόμενο και λαικό άνθρωπο. Δεν μιλά την γλώσσα των γεγονότων αλλά των ιδεών του.

Δεν καταφέρνει να μας εξηγήσει γιατί η επιλογή μιας χώρας να ζήσει έξω από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά με δικό της νόμισμα και παραγωγή την αναδιπλώνουν.

Δεν καταφέρνει να μας πείσει γιατί είναι πιο αντικαπιταλιστικά τα (εκτός τρέχουσας ιστορίας) αιτήματα για τους μισθούς από ότι η ριζική απαλλαγή των εργαζομένων από τον βραχνά μίας ευρωζώνης που προσπαθεί να τους εξισώσει με μισθούς Βουλγαρίας μόνο και μόνο για να διατηρεί την ανταγωνιστικότητά του το βορειοευρωπαϊκό κεφάλαιο.

Δεν καταφέρνει να συνδέσει την οικονομία με την πολιτική, κατεβάζοντας την κρισιμότητα της σημερινής κατάστασης στην χώρα στο επίπεδο ενός συνδικαλιστικού προσκλητηρίου.

Δεν καταφέρνει να εξηγήσει γιατί είναι αντι-διεθνιστικό και ενάντια στους άλλους εργαζόμενους της Ευρώπης η ύπαρξη μιας Ελλάδας ανεξάρτητης, δημοκρατικής, με τον εργαζόμενο λαό στο τιμόνι μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης, με μια χώρα εθνικά αξιοπρεπή στο νέο διεθνή περίγυρο.

Το σχέδιο Β δεν είναι άρνηση είναι κατάφαση

Ο κ.Καλλωνιάτης συνεχίζει στο άρθρο του με μια ακατανόητη συνδεσμολογία φράσεων ενάντια στο σχέδιο Β. Παραθέτουμε:

“…επιδιώκει να συσπειρώσει πάνω σε μία πολιτική άρνησης (όχι στο ευρώ και την καπιταλιστική Ευρώπη) και με αφηρημένα φιλελεύθερα αστικοδημοκρατικά συνθήματα περί ‘σωτηρίας’ και ‘ανάκαμψης’… προφανώς της υφιστάμενης καπιταλιστικής οικονομίας …Το ζήτημα για την αριστερά και δη την μαρξιστική αριστερά δεν είναι όμως να γυρίσουμε στον μεταπολεμικό ή τον μεταπολιτευτικό καπιταλισμό – τον δήθεν εθνικά αυτόνομο και γι’ αυτό περήφανο (είδαμε τι χρέη επισώρευσε η παπανδρεική λαϊκιστική διαχείρισή του, που πληρώνει η σημερινή γενιά) – αλλά πώς να ξεπεράσουμε τα καταστροφικά κοινωνικά αδιέξοδα του ίδιου του καπιταλισμού …η επιλογή του νομίσματος δεν αποτελεί προτεραιότητα ενός σοσιαλιστικού προγράμματος για την αριστερά”.

Ξεπερνάμε το γεγονός αν ο κ.Καλλωνιάτης τελικά επιθυμεί ή όχι την άρνηση της καπιταλιστικής Ευρώπης. Η σωτηρία και η ανάκαμψη της οικονομίας και της κοινωνίας από μόνα τους δεν αποτελούν καμία φιλελεύθερη αστικοδημοκρατική θέση ακριβώς γιατί καμία αστική παράταξη στην χώρα δεν τα προωθεί και δεν τα υπερασπίζεται στην πράξη με την πολιτική υποταγής στο Ευρώ που ακολουθεί. Είναι συνθήματα-κλειδιά για την ανακούφιση της λαϊκής και εργατικής πλειοψηφίας, είναι δείκτες μιας αναγκαίας πορείας με προσανατολισμό τα συμφέροντα του λαού, είναι λέξεις που παίρνουν άλλο περιεχόμενο στο πλαίσιο μιας Ελλάδας που θα στέκεται ανεξάρτητη, με το λαό της να αποφασίζει. Δεν είναι δύσκολο ο κ.Καλλωνιάτης να βρεί πολλές στιγμές στην ιστορία των λαικών κινημάτων συνθήματα που οδηγούσαν σε επαναστατικές αλλαγές, βασισμένα στα παρατημένα και εγκαταλειμμένα καθήκοντα των κυρίαρχων τάξεων. Αυτό από μόνο του δεν καθόριζε φυσικά το χαρακτήρα και τη φύση της πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής που κάθε φορά είχαμε.

Για αυτό το σχέδιο Β κατά κύριο λόγο είναι κατάφαση, δεν είναι άρνηση. Αρνείται το ζουρλομανδύα της εθνικής εξάρτησης και λαϊκής καταπίεσης γιατί προτείνει, περιγράφει, επιθυμεί ένα άλλο περιεχόμενο πολιτικής για την χώρα και τις λαϊκές τάξεις.

Σε κάθε περίπτωση το σχέδιο Β είναι μια επιλογή για το μέλλον, κοιτάει τις παραγωγικές, επιστημονικές δυνάμεις του λαού και της νεολαίας και ελπίζει, σχεδιάζει, πιστεύει σε μια ανάταση με όρους τομής και φυγής προς τα μπρος. Καμία πολιτική ανεξαρτησίας δεν μπορεί να θεωρείται επιστροφή στο παρελθόν, αυτό είναι μια θέση αντιδραστική, φοβική, στατική και στο όνομα ενός αόριστου μοντερνισμού, φτάνει να γίνεται φιλο-ιμπεριαλιστική.

Αντίθετα το ζήτημα του νομίσματος, αν και θεωρητικά μιλώντας δεν είναι κάτι με το οποίο ξεκινά ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα γενικά, είναι παρόλα αυτά ένα ζήτημα που αναγκάζει το ελληνικό κίνημα να ξεκινήσει την δική του πορεία προετοιμασίας για ένα πρόγραμμα διεξόδου, σε ρήξη με την ιμπεριαλιστική ΕΕ. Αυτή η ρήξη εκ των πραγμάτων θα θέσει ζητήματα προγράμματος που θα αφορούν όχι μόνο την μετάβαση μας, μακριά από την καταστροφική Ευρωζώνη αλλά και τη μετάβασή μας σε ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Όμως, οφείλουμε πρώτα να καταφέρουμε την αποτίναξη του Ευρώ-ζυγού. Αλλιώς θα συνεχίσουμε να ζούμε σε κόσμους ονειρικούς, μα με σκυμμένο το κεφάλι.

Σχολιάστε