ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ

exof_alfavitari 2

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΗΣΤΕΥΣΗ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΛΑΩΝ*

ΤΩΝ Ν. ΜΠΟΥΧΑΡΙΝ ΚΑΙ Γ. ΠΡΕΟΜΠΡΑΖΕΝΣΚΙ

(από το «ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ», Εκδόσεις ΚΨΜ, 2010)

* Οι τίτλοι και υπότιτλοι στο κείμενο είναι της IΣΚΡΑ

[…] Έτσι, τα καρτέλ και τα τραστ δεν οργανώνουν απλώς τους διάφορους κλάδους της παραγωγής, συγχωνεύουν σε έναν οργανισμό διάφορα είδη παραγωγής, ενώνοντας έναν κλάδο με έναν δεύτερο, έναν τρίτο, έναν τέταρτο κ.λπ. Παλιότερα, σε όλους τους κλάδους οι επιχειρηματίες δούλευαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον και όλη η παραγωγή ήταν μοιρασμένη σε εκατό χιλιάδες μικρά εργοστάσια. Στις αρχές του εικοστού αιώνα η παραγωγή είχε ήδη συγκεντρωθεί στα χέρια τεράστιων τραστ, το καθένα από τα οποία συνένωνε πολλούς κλάδους της παραγωγής.

Οι ενώσεις διαφορετικών κλάδων της παραγωγής προέκυψαν και με έναν ακόμα τρόπο, εκτός από εκείνον της δημιουργίας «σύνθετων» επιχειρήσεων. Αναφερόμαστε στην κυριαρχία των τραπεζών.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Κατ’ αρχάς, είναι αναγκαίο να πούμε μερικά πράγματα για τις τράπεζες.

Έχουμε ήδη επισημάνει πως, όταν η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου έφτασε πλέον σε αρκετά μεγάλη κλίμακα, προέκυψε ανάγκη για κεφάλαιο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί άμεσα για να ιδρυθούν μεγάλες επιχειρήσεις. Η ανάγκη αυτή ήταν μία από τις αιτίες της ανάπτυξης μετοχικών εταιρειών. Η οργάνωση νέων επιχειρήσεων απαιτούσε όλο και μεγαλύτερα κεφάλαια.

Ας εξετάσουμε τώρα πως χρησιμοποιεί ο καπιταλιστής τα κέρδη που αποκομίζει. Ξέρουμε πως ένα μέρος αυτών των κερδών το αφιερώνει στην κάλυψη των άμεσων αναγκών του, δηλαδή σε φαγητό, ρούχα κ.ο.κ. Τα υπόλοιπα τα «αποταμιεύει». Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Με ποιόν τρόπο τα αποταμιεύει; Εχει ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να επεκτείνει την επιχείρησή του, να αφιερώσει το «αποταμιευμένο» κομμάτι των κερδών του σε αυτόν το σκοπό;

Όχι δεν μπορεί να το κάνει για τον εξής λόγο: Υπάρχει συνεχής ροή εσόδων, όμως οι ποσότητες είναι μικρές. Τα εμπορεύματα που παράγει πωλούνται σποραδικά, επομένως και τα χρήματα που λαμβάνει δεν είναι σταθερά. Για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει αυτές τις εισπράξεις για την επέκταση της επιχείρησής του, είναι αναγκαίο να συγκεντρώσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Επομένως, είναι αναγκασμένος να περιμένει ώσπου να εξασφαλίσει το ποσό που χρειάζεται – ας υποθέσουμε πως το κεφάλαιο προορίζεται για την αγορά νέων μηχανών. Τι θα κάνει όμως μέχρι τότε; Μέχρι τότε δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χρήματα. Οπότε αυτά παραμένουν αδρανή. Κάτι τέτοιο συμβαίνει όχι μόνο απλώς σε έναν ή δύο καπιταλιστές, αλλά σε όλους κάποια στιγμή της ζωής τους. Υπάρχει συνεχώς ελεύθερο κεφάλαιο. Ωστόσο, επισημάναμε προηγουμένως πως υπάρχει ζήτηση κεφαλαίων. Από τη μια υπάρχουν αχρησιμοποίητα κεφάλαια που παραμένουν αδρανή και από την άλλη υπάρχει ανάγκη γι αυτά. Οσο πιο γρήγοροι είναι οι ρυθμοί με τους οποίους πραγματοποιείται η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, τόσο πιο έντονη είναι η ζήτηση για μεγάλα κεφάλαια, όμως, εξίσου μεγαλύτερη είναι και η ποσότητα του ελεύθερου κεφαλαίου.

Αυτό το πλέγμα σχέσεων καθιστά σημαντική την παρουσία των τραπεζών. Ο καπιταλιστής ο οποίος δεν θέλει τα χρήματά του να παραμένουν αδρανή, τα βάζει στην τράπεζα, και η τράπεζα τα δανείζει σε όσους τα χρειάζονται για την ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους ή για τη δημιουργία νέων. Συγκεκριμένοι βιομήχανοι καταθέτουν χρήματα στην τράπεζα και η τράπεζα με τη σειρά της τα δανείζει σε άλλους βιομηχάνους. Οι τελευταίοι, με τη βοήθεια του κεφαλαίου που έχουν δανειστεί αντλούν υπεραξία. Καταβάλλουν ένα μέρος των εισπράξεών τους στην τράπεζα με τη μορφή τόκων. Η τράπεζα με τη σειρά της δίνει ένα μέρος αυτών των τόκων στους καταθέτες της και κρατά τα υπόλοιπα χρήματα ως τραπεζικό κέρδος. Ετσι λαδώνεται η μηχανή. Τώρα είμαστε σε θέση να καταλάβουμε για ποιο λόγο ο ρόλος των τραπεζών, η σημασία τους και η δραστηριότητα τους έφτασαν σε τέτοια αξιοθαύμαστα επίπεδα κατά την τελευταία περίοδο του καπιταλιστικού καθεστώτος. Οι τράπεζες απορροφούν όλο και περισσότερα κεφάλαια και διευρύνουν όλο και περισσότερο τις επενδύσεις του κεφαλαίου τους στη βιομηχανία. Το τραπεζικό κεφάλαιο είναι συνεχώς ενεργό στη Βιομηχανία, μετατρέπεται σε βιομηχανικό κεφάλαιο. Η Βιομηχανία σταδιακά εξαρτάται όλο και πιο πολύ από τις τράπεζες, οι οποίες τη στηρίζουν και την προμηθεύουν με κεφάλαιο. Το τραπεζικό κεφάλαιο συνδυάζεται με το βιομηχανικό. Στην περίπτωση αυτή έχουμε τη μορφή εκείνη του κεφαλαίου που είναι γνωστή ως χρηματιστικό κεφάλαιο. συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι τραπεζικό κεφάλαιο μπολιασμένο με βιομηχανικό κεφάλαιο. Με τη μεσολάβηση των τραπεζών, το χρηματιστικό κεφάλαιο επιτυγχάνει μια ακόμα πιο στενή σχέση με όλους τους κλάδους της βιομηχανίας από εκείνη που είχε επιτευχθεί μέσω του άμεσου συγκερασμού επιχειρήσεων. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΤΡΑΣΤ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΡΤΕΛ

Ας πάρουμε για παράδειγμα μια μεγάλη τράπεζα. Η τράπεζα αυτή προμηθεύει με κεφάλαιο («χρηματοδοτεί» όπως λέμε) όχι μόνο μία αλλά έναν μεγάλο αριθμό εταιρειών ή έναν μεγάλο αριθμό καρτέλ. Φυσικά, είναι προς όφελος της τράπεζας να μην έρθουν σε σύγκρουση μεταξύ τους αυτά τα καρτέλ. Η τράπεζα παίζει ενοποιητικό ρόλο. Βασική της τακτική είναι να επιφέρει μια πραγματική ένωση των επιχειρήσεων, την οποία θα διαχειρίζεται η ίδια. Η τράπεζα αποκτά τον έλεγχο μιας σειράς κλάδων της βιομηχανίας. Διορίζει έμπιστους ανθρώπους της σε διευθυντικές θέσεις στα τραστ, στα καρτέλ και σε ατομικές επιχειρήσεις.

Έτσι, καταλήγουμε στην παρακάτω εικόνα: η βιομηχανία όλης της χώρας είναι οργανωμένη σε καρτέλ, τραστ και σύνθετες επιχειρήσεις. Όλα αυτά τα κρατούν ενωμένα οι τράπεζες, επικεφαλής ολόκληρης της οικονομικής ζωής είναι μια μικρή ομάδα μεγαλοτραπεζιτών, οι οποίοι διευθύνουν ολόκληρη τη βιομηχανία. η κυβερνητική εξουσία απλώς ικανοποιεί τις επιθυμίες αυτών των τραπεζιτών και των μεγιστάνων των τραστ.

Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΓΙΣΤΑΝΩΝ ΤΩΝ ΤΡΑΣΤ

Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εδώ η «δημοκρατική» διακυβέρνηση του προέδρου Ουίλσον (Wilson) απλώς υπηρετεί τα τραστ. Το Κογκρέσο εφαρμόζει όσα προηγουμένως έχουν αποφασιστεί σε μυστικά συμβούλια μεταξύ μεγιστάνων των τραστ και τραπεζιτών. Τα τραστ ξοδεύουν τεράστια ποσά για την εξαγορά μελών του Κογκρέσου, τη χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών και άλλων συναφών δραστηριοτήτων. Ένας Αμερικανός συγγραφέας, ο Μάγιερς (Myers), αναφέρει πως το 1904 οι μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες ξόδεψαν τα παρακάτω ποσά σε δωροδοκίες: η Μutual 364.254 δολάρια, η Equitable 172.698 δολάρια, η New York 204.019 δολάρια. Ο υπουργός Οικονομικών Μάκαντου (McAdoo), γαμπρός του Ουίλσον, είναι ένας από τους ισχυρότερους μεγιστάνες τραπεζών και τραστ. Οι γερουσιαστές, οι υπουργοί της κυβέρνησης, τα μέλη του Κογκρέσου είναι παρατρεχάμενοι των μεγάλων τραστ, εκτός αν έχουν και οι ίδιοι μεγάλα συμφέροντα σε αυτές τις ενώσεις. Η κρατική εξουσία, ο κυβερνητικός μηχανισμός της «ελεύθερης δημοκρατίας», δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εργοστάσιο εκμετάλλευσης του λαού.

Επομένως, μπορούμε να πούμε πως μια καπιταλιστική χώρα που βρίσκεται κάτω απο την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου μεταμορφώνεται άρδην σε ενα τεράστιο και σύνθετο τραστ. Επικεφαλής αυτού του τραστ είναι οι τράπεζες και χρέη εκτελεστικής επιτροπής ασκεί η αστική κρατική εξουσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία κ.ά. δεν είναι τίποτα περισσότερο από κρατικά καπιταλιστικά τραστ, ισχυρές οργανώσεις αποτελούμενες από μεγιστάνες των τραστ και τραπεζίτες, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και εξουσιάζουν εκατοντάδες εκατομμύρια μισθωτούς σκλάβους.

Σε κάθε χώρα οι διακυμάνσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου περιορίζουν σε κάποιο βαθμό την αναρχία στην καπιταλιστική παραγωγή. Οι διάφοροι παραγωγοί, οι οποίοι μέχρι πρότινος ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλον, τώρα ενώνουν τις δυνάμεις τους στο πλαίσιο ενός κρατικού καπιταλιστικού τραστ.

Τι συμβαίνει όμως σε αυτή την περίπτωση; Διακρίνουμε μία από τις θεμελιώδες αντιφάσεις του καπιταλισμού. Έχουμε πει επανειλημμένα πως ο καπιταλισμός αναπόφευκτα θα διαλυθεί, εξαιτίας της έλλειψης οργάνωσης που τον χαρακτηρίζει και λόγω της πάλης των τάξεων. Αν λοιπόν υποθέσουμε πως ακυρώνεται η μία ή και οι δύο αυτές αντιφάσεις, δεν είναι πιθανό η πρόβλεψη αυτή να αποδειχτεί αβάσιμη;

Η ΠΑΛΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΤΡΑΣΤ 

Το σημείο που πρέπει κυρίως να εξετάσουμε είναι το εξής: Στην πραγματικότητα, δεν έχει εκλείψει η αναρχία στην παραγωγή ούτε ο ανταγωνισμός. Ίσως θα ήταν πιο ακριβές να πούμε πως εκλείπει σε ένα μέρος και ξεσπά με μεγαλύτερη ένταση κάπου αλλού. Ας επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε το ζήτημα διεξοδικά.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι ένας καπιταλισμός παγκόσμιος. Όλες οι χώρες βρίσκονται σε σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ τους· αγοράζουν η μία από την άλλη. Δεν υπάρχει ούτε μία χώρα που να μη βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία του καπιταλισμού, δεν υπάρχει ούτε μια χώρα που να είναι εντελώς αυτάρκης.

Υπάρχουν διάφορα προϊόντα που μπορούν να παραχθούν μόνο σε συγκεκριμένα μέρη. Τα πορτοκάλια δεν ευδοκιμούν σε χώρες με ψυχρό κλίμα· το σιδηρομετάλλευμα, από την άλλη, δεν είναι δυνατό να εξορυχτεί από μια χώρα που δεν διαθέτει κοιτάσματα. Ο καφές, το κακάο και το καουτσούκ ευδοκιμούν μόνο σε θερμά κλίματα. Το βαμβάκι καλλιεργείται στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ινδία, στην Αίγυπτο, στο Τουρκεστάν κ,α. από εκεί εξάγεται σε κάθε άκρη του κόσμου. Κάρβουνο υπάρχει στη Βρετανία, στη Γερμανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Αυστρία και στη Ρωσία. Δεν υπάρχει όμως στην Ιταλία, οπότε αυτή εξαρτάται εξολοκλήρου σε προμήθειες κάρβουνου από τη Βρετανία και τη Γερμανία. Το σιτάρι εξάγεται σε όλες τις χώρες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ινδία, τη Ρωσία και τη Ρουμανία.

Από την άλλη, κάποιες χώρες είναι πολύ αναπτυγμένες ενώ άλλες είναι υπανάπτυκτες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα προηγμένων χωρών να διοχετεύονται στις υπανάπτυκτες χώρες. Ειδικότερα, η Αγγλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία στέλνουν μεταλλουργικά προϊόντα σε ολόκληρη την υφήλιο. Η Γερμανία ηγείται στον τομέα των εξαγωγών προϊόντων.
Έτσι, υπάρχουν σχέσεις εξάρτησης μεταξύ των χωρών, η καθεμιά πουλά στις υπόλοιπες ή αγοράζει από αυτές. Το παράδειγμα της Βρετανίας είναι χαρακτηριστικό ως προς τα όρια αυτής της εξάρτησης. Τα τρία τέταρτα (3/4) με τέσσερα πέμπτα (4/5) της ποσότητας σιταριού που χρειάζεται η χώρα, καθώς και το μισό (1/2) της ποσότητας του κρέατος εισάγονται από άλλες χώρες. Σε αντάλλαγμα το μεγαλύτερο μέρος των αγαθών που παράγουν τα εργοστάσια της Βρετανίας εξάγεται σε άλλες χώρες.

Ας αναρωτηθούμε τώρα αν το χρηματιστικό κεφάλαιο θέτει τέλος στον ανταγωνισμό της παγκόσμιας αγοράς. Δημιουργεί άραγε μια παγκόσμια οργάνωση επειδή ενώνει τους καπιταλιστές των χωρών μεταξύ τους; Προφανώς δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Παύει σχεδόν ολοκληρωτικά η αναρχία στην παραγωγή και στον ανταγωνισμό στο πλαίσιο κάθε χώρας, επειδή οι επιχειρηματίες ενώνονται σχηματίζοντας ένα κρατικό καπιταλιστικό τραστ. Η πάλη ανάμεσα στα διάφορα κρατικά καπιταλιστικά τραστ γίνεται όλο και πιο άγρια. Αυτό συμβαίνει πάντοτε όταν παρατηρείται συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Όταν οι μικρές επιχειρήσεις καταστρέφονται, τότε φυσικά μειώνεται ο αριθμός των ανταγωνιστών, αφού απομένουν μόνο οι μεγάλοι. Έτσι, ο αγώνας μεταξύ των τελευταίων διεξάγεται σε μεγαλύτερη κλίμακα· αντί για πάλη μεταξύ των μεμονωμένων βιομηχάνων, εκδηλώνεται πάλη ανάμεσα στα τραστ. Βέβαια, ο αριθμός των τραστ είναι μικρότερος από τον αριθμό των Βιομηχάνων. Επομένως, η πάλη γίνεται πιο άγρια και πιο καταστροφική. Όταν οι καπιταλιστές μιας συγκεκριμένης χώρας νικήσουν τους πιο αδύναμους αντιπάλους τους και οργανωθούν σε ένα κρατικό καπιταλιστικό τραστ, τότε ο αριθμός των ανταγωνιστών μειώνεται κι άλλο. Γιατί οι ανταγωνιστές είναι πλέον αυτές οι τεράστιες καπιταλιστικές δυνάμεις. Ένας τέτοιος ανταγωνισμός προϋποθέτει πρωτοφανή έξοδα και δυσθεώρητες καταστροφές. Η πάλη ανάμεσα στα κρατικά καπιταλιστικά τραστ εκφράζεται σε περίοδο ειρήνης μέσα από τον ανταγωνισμό στους εξοπλισμούς. Τελικά, οδηγεί σε καταστροφικούς πολέμους

Έτσι, ενώ το χρηματιστικό κεφάλαιο καταργεί τον ανταγωνισμό σε κάθε χώρα χωριστά, σταδιακά και όταν πληρούνται οι κατάλληλες συνθήκες οδηγεί στη δημιουργία ενός άγριου και φρενήρους ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων κρατών.

ΠΩΣ Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ

Πώς προκύπτει, όμως, κάτι τέτοιο; Και, επιπλέον, γιατί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες οδηγεί τελικά σε επεκτατική πολιτική και σε πόλεμο; Γιατί δεν μπορεί να είναι ειρηνικός; Όταν δύο Βιομήχανοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους, δεν επιτίθεται ο ένας στον άλλον με μαχαίρια, αλλά επιχειρούν να κλέψουν ο ένας την πελατεία του άλλου με ειρηνικές μεθόδους. Γιατί, λοιπόν, ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά παίρνει τόσο άγρια μορφή; Γιατί οι ανταγωνιστές καταλήγουν στα όπλα; Πρέπει να δώσουμε μια λεπτομερή απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.
Πρώτα πρώτα, πρέπει να εξετάσουμε για ποιο λόγο η πολιτική της αστικής τάξης έπρεπε να αλλάξει ταυτόχρονα με τη μετάβαση από τον παλιό καπιταλισμό, στον οποίο κυριαρχούσε ο ελεύθερος ανταγωνισμός, στον νέο καπιταλισμό, στον οποίο κουμάντο κάνει το χρηματιστικό κεφάλαιο.

α. Τελωνειακή πολιτική / δασμοί

Ας ξεκινήσουμε με τη λεγόμενη τελωνειακή πολιτική. Στο πλαίσιο της πάλης μεταξύ των χωρών, οι αστικές κυβερνήσεις, οι οποίες στόχο τους έχουν την προστασία των καπιταλιστών τους, έχουν εδώ και καιρό υιοθετήσει ως μέσο πάλης την εφαρμογή τελωνειακών δασμών. Όταν, για παράδειγμα, οι Ρώσοι Βιομήχανοι της υφαντουργίας φοβούνταν μην τυχόν οι Βρετανοί ή οι Γερμανοί ανταγωνιστές τους εισαγάγουν βρετανικά ή γερμανικά υφάσματα στη Ρωσία, και έτσι μειωθούν οι τιμές, η ρωσική κυβέρνηση, θέλοντας να τους διευκολύνει, επέβαλε δασμούς εισαγωγής στα βρετανικά και στα γερμανικά υφάσματα. Φυσικά, αυτό εμπόδιζε την εισαγωγή ξένων προϊόντων στη Ρωσία. Συνήθως οι βιομήχανοι υποστηρίζουν πως οι δασμοί είναι απαραίτητοι για την ενίσχυση της εθνικής βιομηχανίας. Ωστόσο, εξετάζοντας την τελωνειακή πολιτική διαφόρων χωρών, μπορούμε να διαπιστώσουμε πως ο πραγματικός στόχος ήταν πολύ διαφορετικός.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι χώρες στις οποίες οι καπιταλιστές επεδίωξαν με μεγαλύτερη επιμονή την επιβολή υψηλών δασμών εισαγωγής, οι χώρες στις οποίες έχουν επιβληθεί τέτοιου είδους δασμοί, είναι οι μεγαλύτερες και οι ισχυρότερες χώρες του κόσμου, με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες. θα μπορούσε άραγε ο ξένος ανταγωνισμοί να βλάψει αυτές τις χώρες; «Γιατί κάνεις τόση φασαρία, ΤΖΟΝ; Τι ανάγκη έχεις εσύ; Εσύ είσαι που επιτίθεσαι στους υπόλοιπους!»

Ποιο είναι το αληθινό νόημα όλων αυτών; Ας υποθέσουμε πως σε μια κάποια χώρα ο κλάδος της υφαντουργίας μονοπωλείται από καρτέλ ή τραστ. Τι θα συμβεί αν επιβληθεί τελωνειακός δασμός; Στην περίπτωση αυτή, οι καπιταλιστές των καρτέλ έχουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Κατ’ αρχάς, απαλλάσσονται από τον ξένο ανταγωνισμό. Δεύτερον, είναι σε θέση να αυξήσουν τις τιμές για τους αγοραστές της χώρας τους κατά ένα ποσό ίσο μ’ εκείνο του δασμού. Ας υποθέσουμε πως ο δασμοί εισαγωγής για ένα μέτρο ύφασμα είναι δύο σελίνια. Σε αυτή την περίπτωση, οι μεγιστάνες της υφαντουργίας δεν διστάζουν να αυξήσουν την τιμή του υφάσματος κατά δύο σελίνια, ή τουλάχιστον κατά εννιά πένες, το μέτρο.

Αν η βιομηχανία δεν ήταν οργανωμένη σε καρτέλ, ο εσωτερικός ανταγωνισμοί μεταξύ των καπιταλιστών της χώρας που εξετάζουμε θα οδηγούσε αμέσως σε μείωση των τιμών. Όταν όμως κάποιο καρτέλ ελέγχει την παραγωγή, τότε πολύ εύκολα αυξάνει τις τιμές, γιατί ο ξένος μένει εκτός αγοράς εξαιτίας των τελωνειακών δασμών και χάρη στο καρτέλ της βιομηχανίας δεν υπάρχει ανταγωνισμός στο εσωτερικό της χώρας. Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν εισαγωγές, αυξάνονται τα έσοδα του κράτους, ενώ οι βιομήχανοι των καρτέλ εξασφαλίζουν επιπλέον υπεραξία από τις αυξημένες τιμές. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο εκεί όπου υπάρχουν καρτέλ ή τραστ. Όμως, το πράγμα δεν τελειώνει εδώ. Χάρη σε αυτό το συμπληρωματικό κέρδος, οι βιομήχανοι των καρτέλ έχουν τη δυνατότητα να διοχετεύσουν τα προϊόντα τους σε άλλες αγορές και να τα πουλήσουν εκεί κάτω από το κόστος, με σκοπό να εκτοπίσουν όλους τους ανταγωνιστές στις χώρες αυτές. Και αυτό ακριβώς έκαναν. Είναι κοινός τόπος πλέον ότι το ρωσικό συνδικάτο ζάχαρης διατήρησε την τιμή της ζάχαρης σε σχετικά υψηλές τιμές, ενώ στην Αγγλία την πουλούσε σε εξευτελιστική τιμή, με την ελπίδα να καταστρέψει τους ανταγωνιστές του στη χώρα αυτή. Υπάρχει πια μια παροιμία στην Αγγλία που λέει πως και τα γουρούνια τρέφονταν με ρωσική ζάχαρη. Έτσι, με τη βοήθεια των τελωνειακών δασμών, οι βιομήχανοι των καρτέλ έχουν τη δυνατότητα να ληστεύουν τους ίδιους τους συμπατριώτες τους και ταυτόχρονα να αποκτούν τον έλεγχο ξένων αγορών.

Οι επιπτώσεις όλων αυτών είναι πολύ σημαντικές. Είναι φανερό πως τα συμπληρωματικά κέρδη του καρτέλ θα αυξάνονται όσο αυξάνονται τα πρόβατα που δίνουν το μαλλί τους και όσο αυξάνεται ο αριθμός εκείνων που μαντρώνονται μέσα στα τείχη των δασμών. Αν η χώρα είναι μικρή, τότε και το περιθώριο κέρδους θα είναι μικρό. Αντιθέτως, αν η χώρα είναι μεγάλη και πυκνοκατοικημένη, θα είναι αντιστοίχως μεγάλα και τα περιθώρια κέρδους. Επομένως θα υπάρχει δυνατότητα τολμηρών κινήσεων στην παγκόσμια αγορά με σημαντικές ελπίδες επιτυχίας. Όμως, τα τελωνειακά σύνορα συνήθως συμπίπτουν μετά εθνικά σύνορα του κράτους. Πως μπορούν αυτά τα τελευταία να διευρυνθούν; Αρπάζοντας ξένο έδαφος, προσαρτώντας το, συμπεριλαμβάνοντάς το στα δικά σου σύνορα, στη δική σου διοικητική περιοχή. Κάτι τέτοιο, όμως, σημαίνει πόλεμο. Σημαίνει πως η κυριαρχία των συνδικάτων συνδέεται αναπόφευκτα με κατακτητικούς πολέμους. Κάθε ληστρικό καπιταλιστικό κράτος προσπαθεί να επεκτείνει τα σύνορα του. Η επέκταση αυτή επιβάλλεται από τα συμφέροντα των μεγιστάνων των τραστ, από τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου. Όποιος, λοιπόν, μιλά για επέκταση συνόρων, στην πραγματικότητα μιλά για πόλεμο.

Με αυτό τον τρόπο, η τελωνειακή πολιτική των μεγιστάνων των καρτέλ και των τραστ, σε συνδυασμό με την πολιτική τους στην παγκόσμια αγορά, οδηγεί σε βίαιες συγκρούσεις. Όμως, στην περίπτωση αυτή επιδρούν και άλλοι παράγοντες που συνηγορούν στη διεξαγωγή πολέμων.

β. εξαγωγή / εισαγωγή κεφαλαίων

Είδαμε πως η ανάπτυξη της παραγωγής οδηγεί στη συνεχή συσσώρευση υπεραξίας. Σε κάθε καπιταλιστικά αναπτυγμένη χώρα παρατηρείται συνεχής επέκταση πλεονάζοντος κεφαλαίου, το οποίο αποδίδει μικρότερο κέρδος σε σύγκριση με υπανάπτυκτες χώρες. ‘Οσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση πλεονάζοντος κεφαλαίου σε μια χώρα, τόσο εντονότερες είναι οι προσπάθειες να γίνει εξαγωγή αυτού του κεφαλαίου, να επενδυθεί στο εξωτερικό. Ο στόχος αυτός ευνοείται κυρίως από την τελωνειακή πολιτική. Στην πραγματικότητα, οι δασμοί εισαγωγής θέτουν τεράστια εμπόδια στην εισαγωγή αγαθών. Όταν, για παράδειγμα, οι Ρώσοι Βιομήχανοι επέβαλαν υψηλούς δασμούς στα γερμανικά αγαθά, οι Γερμανοί βιομήχανοι δυσκολεύτηκαν να εισαγάγουν τα προϊόντα τους στη Ρωσία. (Μιλάμε, φυσικά, για πράγματα που συνέβησαν όταν οι Βιομήχανοι είχαν στα χέρια τους την εξουσία, πριν από την εποχή της σοβιετικής κυβέρνησης.)

Όταν όμως οι Γερμανοί καπιταλιστές συνάντησαν δυσκολία στο να εξάγουν τα προϊόντα τους στη Ρωσία, τους ανοίχτηκε ένας άλλος δρόμος. Άρχισαν να εισάγουν το κεφάλαιο τους σε Ρωσία. Έχτισαν εκεί εργοστάσια, αγόρασαν μετοχές σε ρωσικές εταιρείες ή ίδρυσαν καινούριες εταιρείες, στις οποίες διοχέτευαν το κεφάλαιο τους. Τους έθεσαν κανένα εμπόδιο οι δασμοί; Κανένα απολύτως. Όχι μόνο δεν στάθηκαν εμπόδιο, αλλά τους βοήθησαν κιόλας· διευκόλυναν αποφασιστικά την εισροή κεφαλαίου για τον εξής λόγο: όταν ο Γερμανός καπιταλιστής έχει ένα εργοστάσιο στη Ρωσία και γίνεται και αυτός μέλος του «ρωσικού» καρτέλ, τότε είναι φυσικό οι ρωσικοί δασμοί να τον βοηθούν να αποκομίσει υπερκέρδη. Οι δασμοί εισαγωγής τον βοηθούν να ληστεύει τον ρωσικό λαό, όπως ακριβώς βοηθούν και τους Ρώσους συναδέλφους του.

Το κεφάλαιο διακινείται από τη μια χώρα στην άλλη όχι μόνο για τη στήριξη νέων επιχειρήσεων αλλά και για τη στήριξη των ήδη υπαρχουσών. Σε πολλές περιπτώσεις, η εισαγωγή κεφαλαίου παίρνει τη μορφή δανείου προς την κυβέρνηση της χώρας στην οποία εισάγεται, ενός δανείου με σταθερό επιτόκιο. Αυτό σημαίνει πως η κυβέρνηση που δανείζεται αυξάνει το εθνικό της χρέος, χρεώνεται δηλαδή στην κυβέρνηση που της δανείζει χρήματα. Σε τέτοιες περιπτώσει, ο οφειλέτης αναλαμβάνει συνήθως την υποχρέωση να πάρει όλα τα δάνεια (και ειδικά τα εξοπλιστικά) από τους βιομηχάνους του κράτους-πιστωτή. Με τον τρόπο αυτό, τεράστιες ποσότητες κεφαλαίου περνούν από το ένα κράτος στο άλλο και επενδύονται εν μέρει σε κτίρια και σε βιομηχανίες και εν μέρει σε κρατικά δάνεια. Υπό την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, η εξαγωγή κεφαλαίου παίρνει τεράστιες διαστάσεις.

Θα παραθέσουμε συγκεκριμένα μεγέθη τα οποία μπορούν ακόμα να μας δείξουν πολλά πράγματα, παρόλο που είναι πια κάπως απαρχαιωμένα:

Το 1902 η Γαλλία είχε σε είκοσι έξι χώρες επενδύσεις συνολικού ύψους περίπου 35 δισεκατομμυρίων φράγκων· περίπου τα μισά από αυτά ήταν κρατικά δάνεια. Η μερίδα του λέοντος είχε πάει στη Ρωσία (10 δισεκατομμύρια). Παρεμπιπτόντως, πρέπει να επισημάνουμε στο σημείο αυτό πως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η γαλλική αστική τάξη είναι τόσο εξοργισμένη μ’ εμάς τους Ρώσους· επειδή ακυρώσαμε τα χρέη του τσάρου και αρνηθήκαμε να πληρώσουμε τους Γάλλους τοκογλύφους. Το 1905 το ξένο κεφάλαιο που είχε μπει στη Ρωσία είχε ήδη ξεπεράσει τα 40 δισεκατομμύρια. Το 1911 οι ξένες επενδύσεις της Βρετανίας ανέρχονταν γύρω στις 1.600.000.000 λίρες· αν όμως συμπεριλάβουμε και τα δάνεια προς τις βρετανικές αποικίες, τότε το ποσό που επένδυσαν οι Βρετανοί στο εξωτερικό ανήλθε σε 3.000.000.000 λίρες. Πριν από τον πόλεμο, η Γερμανία είχε ξένες επενδύσεις που ανέρχονταν περίπου σε 35.000.000.000 μάρκα. Με λίγα λόγια, κάθε καπιταλιστική κυβέρνηση εξάγει τεράστιες ποσότητες κεφαλαίου, έτσι ώστε με τη βοήθεια αυτού του κεφαλαίου να λεηλατήσει άλλες χώρες.

Επιπλέον, η εξαγωγή κεφαλαίου έχει σημαντικές συνέπειες. Τα διάφορα ισχυρά κράτη αρχίζουν να ανταγωνίζονται το ένα το άλλο για την κυριαρχία σε εδάφη ή σε μικρότερα κράτη στα οποία θέλουν να εξάγουν το κεφάλαιο τους. Αυτό όμως είναι ένα ακόμα σημείο στο οποίο πρέπει να δώσουμε έμφαση. Όταν οι καπιταλιστές εξάγουν κεφάλαιο σε μια «ξένη» χώρα, ο κίνδυνος που ενυπάρχει δεν αφορά συγκεκριμένες ποσότητες προϊόντων αλλά τεράστια χρηματικά ποσά της τάξεως των εκατομμυρίων και των δισεκατομμυρίων. Επομένως είναι φανερό πως θα εκδηλώσουν έντονη επιθυμία να πάρουν στα χέρια τους τον απόλυτο έλεγχο των μικρότερων χωρών στις οποίες έχουν επενδύσει κεφάλαια και να στείλουν στρατό για την προστασία τους. Έτσι, τα κράτη που εξάγουν κεφάλαια φιλοδοξούν να υποτάξουν πάση θυσία τα εδάφη αυτά στη δική τους εξουσία, να τα κατακτήσουν και να τα προσαρτήσουν με τη βία. Επομένως τα ισχυρά, ληστρικά κράτη εκδηλώνουν μια ανταγωνιστική τάση εισβολής στις αδύναμες χώρες, και είναι φανερό πως μακροπρόθεσμα αυτοί οι άρπαγες θα έρθουν σε σύγκρουση μεταξύ τους. Έχουν εκδηλωθεί τέτοιου είδους συγκρούσει. Ως εκ τούτου, η εξαγωγή κεφαλαίου οδηγεί σε πόλεμο.

γ. αναζήτηση νέων αγορών

Τώρα πρέπει να εξετάσουμε μερικά ακόμα σημεία. Με την ανάπτυξη των καρτέλ και την εισαγωγή των δασμών, η πάλη για την εξασφάλιση των αγορών γίνεται ακόμα πιο έντονη. Ήδη από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα, δεν είχαν απομείνει πλέον ελεύθερα εδάφη για την εξαγωγή εμπορευμάτων ή περιοχές στις οποίες να μην έχει πατήσει το πόδι του ο καπιταλιστής. Παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση στις τιμές των πρώτων υλών· άρχισαν να ακριβαίνουν τα μέταλλα, το ξύλο, το κάρβουνο και το βαμβάκι. Την περίοδο αμέσως πριν από τον πόλεμο, εκδηλώθηκε άγριος ανταγωνισμός για νέες πηγές πρώτων υλών. Οι καπιταλιστές έψαχναν σε όλο τον κόσμο να βρουν καινούρια ορυχεία και κοιτάσματα μεταλλεύματος. Αναζητούσαν νέες αγορές στις οποίες θα μπορούσαν να εξάγουν τα προϊόντα των μεταλλουργείων, των υφαντήριων και άλλων εργοστασίων τους. Έψαχναν νέο αγοραστικό κοινό για να το ληστέψουν. Παλιότερα, αρκετά συχνά οι ανταγωνιστές σε κάποια χώρα ήταν εταιρείες οι οποίες ανταγωνίζονταν η μία την άλλη «ειρηνικά» και διατηρούσαν σχετικά καλές σχέσεις μεταξύ τους. Η κυριαρχία των τραπεζών και των τραστ έφερε μια μεγάλη αλλαγή. Ας υποθέσουμε· πως έχουν ανακαλυφθεί νέα κοιτάσματα χαλκού. Αμέσως πέφτουν στα χέρια κάποιας τράπεζας ή κάποιου τραστ, το οποίο έχει τον αποκλειστικό έλεγχο, τα μονοπωλεί. Οι καπιταλιστές των άλλων χωρών παρηγορούνται λέγοντας: «Ό,τι έγινε, έγινε».

Το ίδιο συμβαίνει και με τις αγορές. Ας υποθέσουμε πως κάποιο κεφάλαιο διεισδύει σε κάποια απομακρυσμένη αποικία. Αμέσως οργανώνεται μεγάλης κλίμακας πώληση αγαθών. Συνήθως κάποια γιγάντια εταιρεία παίρνει την επιχείρηση στα χέρια της. Ανοίγει υποκαταστήματα στην περιοχή, ασκεί πίεση στις τοπικές αρχές, επιχειρώντας με αυτό τον τρόπο και με χίλια δυο άλλα τεχνάσματα και στρατηγικές να ελέγξει την αγορά, να εξασφαλίσει το μονοπώλιο και να απομακρύνει όλους τους ανταγωνιστές της. Είναι φανερό πως το μονοπωλιακό κεφάλαιο και οι μεγιστάνες των τραστ και των συνδικάτων πράττουν όπως ξέρουν. Δεν ζούμε στον «παλιό καλό καιρό», αλλά στην εποχή του πολέμου ανάμεσα σε κλέφτες και άρπαγες του μονοπωλίου.

Συνεπώς, είναι αναπόφευκτο πως ταυτόχρονα με την ανάπτυξη του χρηματιστικού κεφαλαίου πρέπει να εντατικοποιηθεί και η πάλη για αγορές και πρώτες ύλες· και το γεγονός αυτό θα οδηγήσει οπωσδήποτε σε βίαιες συγκρούσεις.

Το τελευταίο τέταρτο του δεκάτου ενάτου αιώνα τα μεγάλα ληστρικά κράτη προσάρτησαν πολλές περιοχές που ανήκαν σε πιο αδύναμα έθνη. Ανάμεσα στο 1876 και στο 1914, οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις προσάρτησαν περίπου 16.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδαφών. Με άλλα λόγια, κατέλαβαν εκτάσεις των οποίων το συνολικό εμβαδόν ήταν διπλάσιο από εκείνο της Ευρώπης. Οι μεγάλοι ληστές μοιράστηκαν ολόκληρο τον κόσμο· όλες οι άλλες χώρες έγιναν αποικίες, υποτελείς ή σκλάβοι τους.

Ιδού μερικά παραδείγματα:

  • Από το 1870 η Μεγάλη Βρετανία έχει προσαρτήσει στην Ασία το Βελουχιστάν, την Μπούρμα, το Wei-hai-wei και την ενδοχώρα που συνορεύει με το Χονγκ Κονγκ· έχει διευρύνει τα εδάφη της στη Σιγκαπούρη· κατέκτησε την Κύπρο και το βρετανικό Βόρειο Βόρνεο. Στην Αυστραλία και στην Ωκεανία προσάρτησε ένα μέρος των νησιών, κατέκτησε το ανατολικό μέρος της Νέας Γουινέας, ένα μεγάλο τμήμα των Νήσων του Σολομώντα, το νησί Τόγκα κ.ά. Οι νέες της κτήσεις στην Αφρική είναι η Αίγυπτος, το βόρειο Σουδάν, η Ουγκάντα, η ανατολική Αφρική του Ισημερινού, η Σομαλιλάνδη, η Ζανζιβάρη και η Πέμπα. Απορρόφησε τις δύο δημοκρατίες των Μπόερς, κατέλαβε τη Ροδεσία και τη Βρετανική Κεντρική Αφρική, προσάρτησε τη Νιγηρία κ,ο.κ.
  • Από το 1870 η Γαλλία κατέλαβε το Ανάμ, το Τονκίν, προσάρτησε το Λαος, την Τυνησία, τη Μαδαγασκάρη, μεγάλες εκτάσεις στη Σαχάρα, το Σουδάν και την ακτή της Γουινέας. Κατέλαβε εκτάσεις στην Ακτή Ελεφαντοστού, στο Νταχόμεϊ, στη Σομαλιλάνδη κ.λπ. Ως εκ τούτου, στις αρχές του εικοστού αιώνα οι γαλλικές αποικίες καταλάμβαναν έκταση σχεδόν είκοσι φορές μεγαλύτερη από εκείνη της μητρόπολης. (Την ίδια περίοδο, οι βρετανικές αποικίες ήταν εκατό φορές μεγαλύτερες από την έκταση της μητρόπολης τους.)
  • Η Γερμανία μπήκε κάπως αργότερα στο ληστρικό αυτό παιχνίδι, το 1884. Όμως, σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να εξασφαλίσει μεγάλο μερίδιο.
  • Η τσαρική Ρωσία εφάρμοσε και αυτή ληστρική πολιτική σε μεγάλη κλίμακα. Τα τελευταία χρόνια στράφηκε κυρίως εναντίον της Ασίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την Ιαπωνία, η οποία προσπαθούσε να άρπαξει εδάφη της Ασίας από την άλλη πλευρά.
  • Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσάρτησαν πολλά νησιά της Καραϊβικής, ενώ στη συνέχεια εφάρμοσαν επεκτατική πολιτική και στην ίδια την αμερικανική ήπειρο. Η στάση τους απέναντι στο Μεξικό υπήρξε ιδιαίτερα απειλητική.

Το 1914, οι έξι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν έκταση περίπου 9.500.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η συνολική έκταση των αποικιών τους την ίδια περίοδο έφτανε σχεδόν τα 48.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ – ΤΟ ΜΕΣΟ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Είναι σχεδόν αυτονόητο πως αρχικά αυτές οι ληστείες έγιναν σε βάρος μικρών χωρών, που ήταν ανυπεράσπιστες και αδύναμες. Αυτές καταστράφηκαν πρώτες. Όπως δηλαδή συνέβη και στην περίπτωση της πάλης ανάμεσα στους βιομηχάνους και στους ανεξάρτητους χειροτέχνες, κατά την οποία οι τελευταίοι ήταν αυτοί που υπέκυψαν πρώτοι. Τα μεγάλα κρατικά τραστ, οι μεγάλοι καπιταλιστές που είχαν οργανωθεί για να ληστεύουν, αρχικά συνέτριψαν τις κυβερνήσεις των αδύναμων χωρών και οικειοποιήθηκαν τον πλούτο τους. Στην παγκόσμια οικονομία η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου ακολούθησε τη γνωστή πορεία: τα μικρότερα κράτη καταστράφηκαν, ενώ τα μεγάλα ληστρικά κράτη έγιναν πλουσιότερα, μεγαλύτερα και ισχυρότερα. Αμέσως μόλις λεηλάτησαν όλο τον κόσμο, η μεταξύ τους πάλη έγινε πιο άγρια. Ήταν αναπόφευκτο πως οι ληστές θα άρχιζαν πλέον να μαλώνουν για τη λεία, για ένα καινούριο μοίρασμα του κόσμου.

Τα τεράστια ληστρικά κράτη επιβίωσαν και ξέσπασε ανάμεσα τους ένας αγώνας ζωής και θανάτου.

Η επεκτατική πολιτική που εφαρμόζει το χρηματιστικό κεφάλαιο στον αγώνα του για εξασφάλιση αγορών, πρώτων υλών και εδαφών στα οποία μπορεί να επενδυθεί είναι γνωστή ως ιμπεριαλισμός. Ο ιμπεριαλισμός γεννιέται από το χρηματιστικό κεφάλαιο. Όπως ακριβώς η τίγρη δεν μπορεί να ζήσει με χορτάρι, έτσι και το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς πολιτική επέκτασης λεηλασίας, βίας και πολέμου. Βασική βλέψη κάθε τραστ του καπιταλιστικού κράτους είναι να κυριαρχήσει στον κόσμο και να εγκαθιδρύσει μια παγκόσμια αυτοκρατορία, στην οποία η μικρή ομάδα των καπιταλιστών που ανήκει στα νικηφόρα έθνη θα εξακολουθεί να διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο. Για παράδειγμα, ο Βρετανός ιμπεριαλιστής ονειρεύεται μια «Μεγάλη Βρετανία», η οποία θα κυβερνά όλο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο οι Βρετανοί μεγιστάνες των τραστ θα εξουσιάζουν τους νέγρους και τους Ρώσους τους Γερμανούς και τους Κινέζους, τους Ινδούς και τους Αρμένιους, δηλαδή μαύρους, λευκούς, κίτρινους και ερυθρόδερμους σκλάβους. Η Βρετανία δεν απέχει πολύ από την κατάκτηση αυτού του ιδεώδους. Όμως, όσο περισσότερα αρπάζει, τόσο περισσότερα θέλει. Το ίδιο ισχύει και με τους ιμπεριαλιστές άλλων εθνών. Οι Ρώσοι ιμπεριαλιστές ονειρεύονται μια «Μεγάλη Ρωσία»· οι Γερμανοί ιμπεριαλιστές μια «Μεγάλη Γερμανία» και ούτω καθεξής. Φυσικά, όλο αυτό το «μεγαλείο» συνεπάγεται την ξεδιάντροπη καταλήστευση όλων των υπολοίπων.

Επομένως, με αυτό τον τρόπο, η ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου ωθεί όλη την ανθρωπότητα στην αιματηρή άβυσσο ενός πολέμου που γίνεται προς όφελος των τραπεζιτών και των μεγιστάνων των τραστ· έναν πόλεμο που δεν γίνεται για την υπεράσπιση μιας χώρας αλλά για τη λεηλασία άλλων χωρών, έναν πόλεμο που στόχο του έχει να υποταχθεί ολόκληρος ο κόσμος στο χρηματιστικό κεφάλαιο της νικήτριας χώρας. Αυτός ήταν ο χαρακτήρας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, την περίοδο 1914-18.

Σχολιάστε