Η ιστορία του Κομμουνιστικού Μανιφέστου
Από το βιβλίο (κεφ. 1.6 και 1.7) از Τάκη Μαστρογιαννόπουλου,
Η Άνοδος και η Πτώση των Εργατικών Διεθνών,
Κύκλος 1ος: Από τους Προδρόμους στην 1η Διεθνή,
εκδόσεις Τόπος
Το δεύτερο συνέδριο της Ένωσης Κομμουνιστών συνήλθε στο ξενοδοχείο «Red Lion», στο Σόχο του Λονδίνου, από τις 29 Νοεμβρίου μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου του 1847, και συμμετείχαν αντιπρόσωποι τμημάτων από την Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο κλπ. Ο Μαρξ έλαβε μέρος ως εκπρόσωπος των Βρυξελλών, ενώ ο Ένγκελς ως αντιπρόσωπος των παρισινών τμημάτων. Πρόεδρος του συνεδρίου εκλέχτηκε ο Σάππερ και γραμματέας ο Ένγκελς.
Το συνέδριο, οι εργασίες του οποίου διήρκεσαν δέκα ημέρες, αφού συζήτησε για μια ακόμα φορά, τελικά ψήφισε το νέο καταστατικό της Ένωσης12. Το άρθρο 1 του καταστατικού, που υιοθέτησε το συνέδριο στις 8 Δεκεμβρίου του 1848, ανέφερε ότι «Σκοπός της Ένωσης είναι η ανατροπή της αστικής τάξης, η κυριαρχία του προλεταριάτου, η κατάργηση της παλιάς αστικής κοινωνίας που βασίζεται στους ταξικούς ανταγωνισμούς και η ίδρυση μιας καινούργιας κοινωνίας, χωρίς τάξεις και χωρίς ατομική ιδιοκτησία». Ο Ένγκελς με περηφάνια τόνισε αργότερα ότι:
«Η ίδια η οργάνωση ήταν πέρα για πέρα δημοκρατική, με εκλεγμένες αρχές που μπορούσαν να καθαιρεθούν οποιαδήποτε στιγμή, και μόνον έτσι μπήκε φραγμός ενάντια σ’ όλες τις συνωμοτικές διαθέσεις που επεδίωκαν τη δικτατορία και η Ένωση έγινε –τουλάχιστον για ομαλές ειρηνικές περιόδους– μια καθαρά προπαγανδιστική εταιρία. Αυτό το καινούργιο καταστατικό –έτσι δημοκρατικά γίνονταν τώρα όλα– υποβλήθηκε στις κοινότητες για να το συζητήσουν. Και αφού συζητήθηκε εκεί, το συζήτησε άλλη μια φορά το δεύτερο Συνέδριο και ψηφίστηκε από αυτό οριστικά στις 8 του Δεκέμβρη του 1847»13.
Τα άρθρα 6 μέχρι 36 του καταστατικού αφορούσαν στην οργανωτική διάρθρωση της Ένωσης με βάση τους δήμους και τις περιφέρειες, τις αρμοδιότητες των συνεδρίων και των κεντρικών οργάνων καθώς και τις σχέσεις ανάμεσα στην ηγεσία και τη βάση της οργάνωσης. Το άρθρο 27, μάλιστα, προέβλεπε ότι «Αν στις κεντρικές αρχές η συζήτηση για ορισμένα ζητήματα φαίνεται να έχει γενικό και άμεσο ενδιαφέρον, τότε οφείλουν να καλέσουν όλη την Ένωση σε συζήτηση γι’ αυτά». Τα άρθρα 41 και 42 προέβλεπαν τα μέτρα για την προστασία της οργάνωσης, ενώ τα άρθρα 43-49 ρύθμιζαν τα οικονομικά της. Στην ουσία, η Ένωση υιοθέτησε ένα δημοκρατικό καταστατικό που περιελάμβανε την εκλογή και το δικαίωμα ανάκλησης όλων των οργάνων, την εφαρμογή των αποφάσεων μετά από δημοκρατική συζήτηση και την απαίτηση για «επαναστατική δραστηριότητα και ζήλο» από κάθε μέλος. Και δεν ήταν τυχαίο ότι η «Ένωση των Κομμουνιστών», πολύ σύντομα, προειδοποίησε με αυστηρότητα τον ίδιο τον Μαρξ σχετικά με τη σύνταξη του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, το οποίο είχε αναλάβει να παραδώσει το Δεκέμβριο του 1847, και η παράδοση του οποίου καθυστερούσε14.
Ο Ριαζάνωφ, στις έρευνες που έκανε αργότερα στο Λονδίνο, ανακάλυψε και δημοσίευσε την αυστηρή κριτική που έστειλε, τον Ιανουάριο του 1848, η Κεντρική Επιτροπή στην περιφερειακή οργάνωση των Βρυξελλών με εντολή να δοθεί στον Μαρξ: «Η Κεντρική Επιτροπή δια του παρόντος επιφορτίζει την περιφερειακή Επιτροπή των Βρυξελλών ν’ ανακοινώσει στον πολίτη Μαρξ ότι αν το Μανιφέστο از Κομμουνιστικού Κόμματος, με τη σύνταξη του οποίου έχει επιφορτισθεί απ’ το τελευταίο συνέδριο, δεν φθάσει στο Λονδίνο την 1η του Φλεβάρη του τρέχοντος έτους θα ληφθούν ανάλογα μέτρα εναντίον του. Σε περίπτωση που ο πολίτης Μαρξ δεν θα ξεπλήρωνε την εντολή του, η Κεντρική Επιτροπή θα ζητήσει την άμεση επιστροφή των ντοκουμέντων που τέθηκαν στη διάθεση του Μαρξ.
Εξ ονόματος και κατ’ εντολή της Κεντρικής Επιτροπής
Σάππερ, Μπάουερ, Μολ». Και για να είμαστε δίκαιοι, όχι μόνο με τον Μαρξ αλλά και με την ιστορία, το ντοκουμέντο που επρόκειτο ν’ αλλάξει τη ροή της ιστορίας ήταν έγκαιρα έτοιμο στις αρχές Φεβρουαρίου του 1848.
Το δεύτερο συνέδριο της «Ένωσης των Κομμουνιστών» ασχολήθηκε εκτεταμένα και με τις προγραμματικές της αρχές. Ο Ένγκελς ανέφερε αργότερα ότι «Το δεύτερο συνέδριο έγινε τον ίδιο χρόνο στα τέλη του Νοέμβρη – αρχές Δεκέμβρη. Σε αυτό παραβρέθηκε και ο Μαρξ που υποστήριξε σε διεξοδικές συζητήσεις –το συνέδριο κράτησε τουλάχιστον δέκα μέρες– την καινούργια θεωρία».
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν συντάξει ο καθένας το δικό του προγραμματικό κείμενο. Οι επαφές τους στη διαδικασία επεξεργασίας των προγραμματικών τους απόψεων ήταν συνεχείς. Στην επιστολή μάλιστα που έστειλε το Νοέμβριο του 1847 ο Ένγκελς προς τον Μαρξ, από το Παρίσι στις Βρυξέλλες, του πρότεινε και τα εξής: «Σκέψου το “σύμβολο της πίστης”. Θεωρώ ότι το καλύτερο θα ήταν να απορρίψουμε την κατηχητική μορφή και αυτό το πράγμα να το ονομάσουμε Κομμουνιστικό Μανιφέστο… Το εδώ σχέδιο δεν επικυρώθηκε ακόμα στο σύνολό του, σκέπτομαι όμως να ενεργήσω κατά τέτοιο τρόπο που –εκτός από μικρές λεπτομέρειες χωρίς σημασία– να μην υπάρξει τίποτα που να έρχεται σε αντίθεση με τις απόψεις μας…»15.
Ο Ένγκελς έδωσε, αρχικά, στο σχέδιο αυτό τον τίτλο Βάσεις του Κομμουνισμού, αλλά εκδόθηκε, τελικά, με τον τίτλο Αρχές του Κομμουνισμού. Ακόμα, ο Μαρξ και ο Ένγκελς συναντήθηκαν, πριν από το δεύτερο συνέδριο της Ένωσης, στην Οστάνδη για να καθορίσουν σ’ αυτό την κοινή τους στάση.
Στο συνέδριο οι αντιλήψεις του Μαρξ και του Ένγκελς κυριάρχησαν. «Όλες οι αντιρρήσεις και οι αμφιβολίες παραμερίστηκαν τελικά», σημείωσε ο Ένγκελς. «Οι καινούργιες αρχές έγιναν ομόφωνα δεκτές και ανέθεσαν στον Μαρξ και σε μένα να επεξεργαστούμε το Μανιφέστο». Αν και το δεύτερο συνέδριο της «Ένωσης των Κομμουνιστών» έληξε στις 8 Δεκεμβρίου του 1847, εντούτοις ο Μαρξ και ο Ένγκελς παρέμειναν στο Λονδίνο για ένα σύντομο ακόμα διάστημα, στο οποίο πιθανολογείται, ότι συνέταξαν ένα προσχέδιο του Μανιφέστου το οποίο συζήτησαν και με άλλα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής.
Το Δεκέμβριο του 1847 ο Ένγκελς έφυγε από τις Βρυξέλλες για το Παρίσι και έτσι ο Μαρξ ολοκλήρωσε μόνος του το κείμενο τον Ιανουάριο του 1848, αφού όμως προηγουμένως είχε δεχθεί τη γνωστή παρατήρηση για καθυστέρηση στη σύνταξη του κειμένου από την Επιτροπή στο Λονδίνο. Όπως αναγνώρισε και ο Ένγκελς στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του Μανιφέστου, τον Ιανουάριο του 1888, ο Μαρξ δεν ολοκλήρωσε απλά το κείμενο αλλά σ’ αυτόν ανήκε ο βασικός πυρήνας των ιδεών του προγράμματος. «Αν και το Μανιφέστο ήταν κοινή εργασία και των δυο μας, είμαι ωστόσο υποχρεωμένος», αναφέρει με σεβασμό στην ιστορική αλήθεια ο Ένγκελς, «να διαπιστώσω ότι η βασική ιδέα, που αποτελεί τον πυρήνα του, ανήκει στον Μαρξ»16. Το ολοκληρωμένο χειρόγραφο εστάλη από τον Μαρξ στο Λονδίνο στα τέλη Ιανουαρίου του 1848 και τον επόμενο μήνα τυπώθηκε σ’ ένα μικρό τυπογραφείο της οδού Λίβερπουλ αρ. 46 στο Λονδίνο με τη μορφή μπροσούρας 23 σελίδων.
Ο Φρ. Λέσσνερ, δραστήριο μέλος της Ένωσης εκείνη την περίοδο, θα ανέφερε αργότερα στις αναμνήσεις του ότι:
«Δούλευα εκείνο τον καιρό στο Λονδίνο, κι ήμουν μέλος του “Κομμουνιστικού Εργατικού Μορφωτικού Συνδέσμου”, που τα γραφεία του βρίσκονταν στην Ντρούρι Λέιν 191… Όταν αρχές του 1848, το χειρόγραφο του Μανιφέστου έφτασε στο Λονδίνο, βοήθησα ανάλογα με τις δυνάμεις μου και εγώ στη δημοσίευση αυτού του ντοκουμέντου, που άνοιγε καινούργιες εποχές. Συγκεκριμένα, μετέφερα στον τυπογράφο κι από κει πήγαινα τα δοκίμια στον Καρλ Σάππερ, τον κύριο ιδρυτή του “Κομμουνιστικού Εργατικού Μορφωτικού Συνδέσμου”, που έκανε το διορθωτή»17.
Ο Ένγκελς με τη σειρά του, πολύ αργότερα, τον Ιανουάριο του 1888, υπενθύμισε ότι: «Το χειρόγραφο συνταγμένο στη γερμανική γλώσσα, στάλθηκε το Γενάρη του 1848, λίγες εβδομάδες πριν τη γαλλική επανάσταση της 24ης του Φλεβάρη, για εκτύπωση στο Λονδίνο. Μια γαλλική μετάφραση εκδόθηκε στο Παρίσι λίγο πριν από την εξέγερση τον Ιούνιο του 1848»18.
Εμφανίστηκε έτσι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, που αρχικά έφερε τον τίτλο Manifest der Kommunistischen Partei (Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος), το πρώτο επαναστατικό πρόγραμμα της εργατικής τάξης και ένα από τα πιο σημαντικά ντοκουμέντα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο η Ένωση διακήρυξε σαν σκοπούς της «την ανατροπή της μπουρζουαζίας, την εξουσία του προλεταριάτου, την κατάργηση της παλιάς αστικής κοινωνίας που ήταν βασισμένη στον ανταγωνισμό των τάξεων και την ίδρυση μιας νέας κοινωνίας χωρίς τάξεις και χωρίς ατομική ιδιοκτησία». Άλλαξε το έμβλημά της από το «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο «Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε» και διακήρυξε ανοιχτά το διεθνιστικό χαρακτήρα του αγώνα. Μέσα απ’ αυτές τις επιστημονικές αναλύσεις γεννήθηκαν οι πρώτες ιδέες του διεθνισμού: η αδελφική αλληλεγγύη της εργατικής τάξης μιας χώρας προς την εργατική τάξη άλλων χωρών· ο αγώνας για την υπεράσπιση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος· τέλος, η ταξική ενότητα της εργατικής τάξης σε παγκόσμια κλίμακα για την απελευθέρωση της κοινωνίας από κάθε εκμετάλλευση. Ήταν οι ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, οι οποίοι απέδειξαν ότι ο διεθνισμός της εργατικής τάξης έχει βαθιές κοινωνικές και ταξικές ρίζες που ξεπηδάνε απ’ το χαρακτήρα του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Στην ουσία, η αλληλεγγύη και ο διεθνισμός του προλεταριάτου εμφανίστηκαν μπροστά στην ανάγκη «ν’ αντιτάξουν την αδελφική συμμαχία των εργατών όλων των εθνών» ενάντια στην αδιάλλακτη συμμαχία και καταπίεση των συντηρητικών τάξεων. Ακόμα, το Μανιφέστο διατύπωσε πως η «ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων» και πως «απ’ όλες τις τάξεις που στις μέρες μας βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη αληθινά επαναστατική».
Με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο το σοσιαλιστικό κίνημα, απαλλαγμένο από την ουτοπία και τον ιδεαλισμό, απέκτησε έναν επιστημονικό χαρακτήρα. Η ανάπτυξη της κοινωνίας και η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων έθεταν σαν άμεσο καθήκον στους ιδεολόγους του εργατικού κινήματος να μελετήσουν την ιστορική εξέλιξη, ν’ ανακαλύψουν τις νέες ταξικές σχέσεις και να επεξεργαστούν ένα νέο κοινωνικό σύστημα. Κατά συνέπεια, ο σοσιαλισμός δεν παρουσιάστηκε σαν μια τυχαία θεώρηση της μεγαλοφυΐας του Μαρξ αλλά αντίθετα ξεπήδησε, όπως ανέλυσε και ο Ένγκελς, ως «το αναγκαίο προϊόν της πάλης δύο τάξεων που δημιουργήθηκαν ιστορικά, του προλεταριάτου και της αστικής τάξης». Αλλά κι αυτή η εξέλιξη προετοιμάστηκε με τη σειρά της απ’ όλη την προηγούμενη ανάπτυξη της κοινωνίας, της επιστήμης και της γνώσης.
«Αν ο Μαρξ ανακάλυψε την υλιστική αντίληψη της ιστορίας», τόνιζε ο Ένγκελς στον Στάρκενμπουργκ τον Ιανουάριο του 1894, «οι Τιερύ, Γκιζό, Μινιέ, όλοι οι Άγγλοι ιστορικοί πριν από το 1850 μας αποδείχνουν, πως πολλοί απέβλεπαν σ’ αυτό και η ανακάλυψη της ίδιας αυτής κατανόησης από τον Μόργκαν, μας δείχνει πως η εποχή είχε ωριμάσει γι’ αυτό και πως η ανακάλυψη αυτή έπρεπε να γίνει»19.
Απ’ την άποψη αυτή δεν έμενε παρά στον Μαρξ και τον Ένγκελς, τους εξαίρετους θεωρητικούς του εργατικού κινήματος, ν’ ανακαλύψουν τους νόμους που διέπουν την εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας και ν’ αναπτύξουν τις σοσιαλιστικές ιδέες διατρέχοντας στο θεωρητικό πεδίο το δρόμο από την ουτοπία στην επιστήμη. Μ’ αυτή την έννοια, ο μαρξισμός, ως φιλοσοφικό και πολιτικό σύστημα, έκφραζε όχι μόνο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης αλλά και της αποκάλυπτε τον ιστορικό της ρόλο: ν’ απαλλάξει την κοινωνία απ’ το ζυγό της ταξικής καταπίεσης και να εγκαθιδρύσει μια νέα κοινωνία. Αλλά κι αυτή η εξέλιξη δεν ήταν μια αυθόρμητη κίνηση της ιστορίας. Η κοινωνία αποτελείται από ανθρώπους και αναπτύσσεται δια των ανθρώπων. Ο Μαρξ δεν ήταν ο δημιουργός του επιστημονικού σοσιαλισμού ως ένα αυτόνομο, ανεξάρτητο ή και τυχαίο στοιχείο στην ιστορική εξέλιξη, αλλά ο γίγαντας της σκέψης που ενσωματώθηκε μέσα στη διαλεκτική κίνηση της ιστορίας. Όπως με σεβασμό παραδέχτηκε αργότερα και ο Ένγκελς, «τις δύο μεγάλες ανακαλύψεις, την υλιστική αντίληψη της ιστορίας και την αποκάλυψη του μυστικού της καπιταλιστικής παραγωγής με την υπεραξία, τις χρωστάμε στον Μαρξ. Χάρη σ’ αυτόν ο σοσιαλισμός έγινε επιστήμη».
12 «Rules of the Communist League», Marx-Engels, Collected Works, τόμος 6ος, σελ. 633-38.
13 Φρ. Ένγκελς: «Ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών», όπ.π., σελ. 80.
14 Ο Φρ. Μέρινγκ σημειώνει ότι ≪ούτε ο Μαρξ ούτε ο Ένγκελς βιάζονταν να επιτελέσουν το καθήκον που τους είχε ανατεθεί και στις 24 Ιανουαρίου του 1848 η Κεντρική Επιτροπή της Ένωσης Κομμουνιστών έστειλε αυστηρή προειδοποίηση στην τοπική επιτροπή στις Βρυξέλλες με την οποία απειλούσε να λάβει μέτρα εναντίον του πολίτη Μαρξ, αν το Μανιφέστο از Κομμουνιστικού Κόμματος το οποίο είχε συμφωνήσει να γράψει δεν ήταν στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής μέχρι την 1η Φεβρουαρίου. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε την αιτία αυτής της καθυστέρησης, ίσως ήταν ο εξονυχιστικός τρόπος με τον οποίο ο Μαρξ συνήθιζε να εκπληρώνει οτιδήποτε αναλάμβανε, ίσως ήταν ο αποχωρισμός του από τον Ένγκελς ή ίσως οι Λονδρέζοι εκνευρίστηκαν όταν έμαθαν ότι ο Μαρξ συνέχιζε με ζήλο την προπαγάνδα του στις Βρυξέλλες». (Fr. Mehring: Karl Marx, σελ. 143).
15 Fr. Engels – K. Marx: Αλληλογραφία 1844-1860, εκδόσεις Μπάυρον, σελ. 55.
16 Φρ. Ένγκελς: «Εισαγωγή στην αγγλική έκδοση του 1888», στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος.
17 Φρ. Λέσσνερ: «Αναμνήσεις», στο βιβλίο Ο Μαύρος. Αναμνήσεις για τον Καρλ Μαρξ, σελ. 72-3.
18 Ο Τζ. Λιχτχάιμ σημειώνει ότι όταν το Μανιφέστο «πρωτοδημοσιεύθηκε στα αγγλικά (στη λιγόζωη εφημερίδα του Τζωρτζ Τζούλιαν Χάρνι Κόκκινος Δημοκράτης το Νοέμβρη του 1850) η εμφάνισή του πέρασε απαρατήρητη, αλλά σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, ένα άρθρο των Τάιμς μιλούσε για κάτι “φτηνές εκδόσεις που περιέχουν τις πιο βίαιες κι αναρχικές θεωρίες” αναφέροντας μάλιστα, μερικά αποσπάσματα με έναν τρόπο που έκανε τον αναγνώστη να ανατριχιάζει». (Τζ. Λιχτχάιμ, όπ.π., σελ. 194).
19 Φρ. Ένγκελς: «Επιστολή στον Στάρκενμπουργκ», Μαρξ-Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος 2ος, σελ. 593.

